Η προστασία της εκτός ρυμοτομικού σχεδίου ιδιοκτησίας, κατά το Σύνταγμα και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ)

Ι. Η ιδιοκτησία και η δικαστική αποζημίωσή της

Ιστορικά, ανάλογα με τα κρατούντα ιδεολογικό-κοινωνικά καθεστώτα, η ιδιοκτησία, ως θεσμός της οργανωμένης ανθρώπινης κοινωνίας, διέφερε στο ουσιαστικό περιεχόμενό της, στον τρόπο κτήσης της, στις εξουσίες της, στη μεταβίβασή της, στην απώλειά της και στην παρεχόμενη σ’ αυτήν έννομη προστασία.

Από τον 19ο αιώνα, σε όλο και περισσότερα κράτη, η ιδιοκτησία έχει αναβαθμισθεί σε ατομικό, συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα. Στη χώρα μας, από τον 19ο αιώνα προστατεύεται σ’ όλα τα Συντάγματά μας1)Συντάγματα 1844 άρθρο 12, 1864 άρθρο 21, 1911 άρθρο 17, 1927 άρθρο 19, 1952 άρθρο 17, (συνταγματικό κείμενο) 1968 άρθρο 21, 1975 άρθρο 17., αλλά και πριν από αυτά, στα πολιτεύματα της Επανάστασης του 1821.2)Επιδαύρου 1822 άρθρο ζ΄, Άστρους 1823 άρθρο στ΄, Τροιζήνας 1827, άρθρο 17.
Οφείλουμε να σημειώσουμε, ότι η νομολογία και του ΑΠ, στο τέλος του προπερασμένου (του 19ου αιώνα) και τις αρχές του 20ού3)ΑΠ 113/1901, Θ. ΙΒ΄, σ. 483, ΕφΑθ 312/1904, Θ. ΙΕ΄, σ. 477, ΕφΑθ 2239/1896 Θ. Η΄, σ. 123, ΕφΝαυπλ 377/1894, Θ. Ε΄, σ. 557, ΕφΑθ 39/1893, Θ. Δ΄ σ. 140, ΕφΑθ 1659/1891 Θ. Γ΄, σ. 52., σε αντίθεση με τη νομολογία του ΑΠ, καθ’ όλο τον 20ό αιώνα, ερμήνευε τις σχετικές διατάξεις, με ζηλευτή εννοιολογική πληρότητα και σαφήνεια, όπως ακριβώς σήμερα, δέχεται την προστασία της ιδιοκτησίας το ΕΔΔΑ (βλ. παρακάτω) και όχι ακόμη τον 21ο αιώνα, ο Άρειος Πάγος.4)ΟλΑΠ 40/1998, ΝοΒ 1999, σ. 752, ιδίως ΟλΑΠ 10/2004, ΕλλΔνη 2004, σ. 712, ΟλΑΠ 11/2004, Αρμ 2004, σ. 1194, ΟλΑΠ 31/2005, ΝοΒ 2005, σ. 1107, ΕλλΔνη 2005, σ. 727, Δ 2005, σ. 947, ΑΠ 1238/2006, ΝοΒ 2006, σ. 1495. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι το Δ΄ Τμήμα του ΑΠ 739/2009, ΑΠ 888/2008, ΝοΒ 2008, σ. 2464, ΑΠ 1681/2006, ΕΕΝ 2008, σ. 305, ΑΠ 505/2004, ΕλλΔνη 2006, σ. 448, σχετικά με την προστασία του μισθωτή ή κατόχου που προσβάλλεται από την εκτέλεση του έργου της απαλλοτρίωσης, περιέργως ακολουθεί την ανατραπείσα νομολογία της προστασίας μόνο της εμπράγματης ιδιοκτησίας και όχι του σεβασμού περιουσιακών δικαιωμάτων. Αντίθετη όμως ήταν η νομολογία του τέλους του 19ου αιώνα. Η απόφαση του ΑΠ 113/1901, Θ. ΙΒ΄, σ. 483 δέχθηκε ότι «Η αντίρρησις δ’ αύτη διαφυλάττουσα το κύρος της συμφωνίας, ήσκει ουσιώδη επιρροήν, διότι κατά την σαφή έννοιαν του άρθρου 17 του Συντάγματος, το Δημόσιον προβαίνον εις την λόγω δημοσίας ανάγκης απαλλοτρίωσιν, οφείλει να αποκαταστήση πάσαν μείωσιν περιουσίας, ην εντεύθεν υφίσταται ου μόνον ο κύριος του ακινήτου αλλά και οι κεκτημένοι πραγματικά δικαιώματα αναφερόμενα εις αυτό, ή και προσωπικά όπως ο μισθωτής· όθεν η προσβαλλομένη απόφασις, θεωρήσασα απαράδεκτον την εν λόγω αντίρρησιν διά των προτάσεων υποβαλλομένην και εκλαβούσα ότι έδει να περιέχηται εν τη αγωγή, παρεβίασε τας ουσιώδεις διατάξεις των άρθρων 158 εδ. 2, 160, 544, 552, 568, 580 και 584 της Πολ. Δικονομίας, όπερ επάγεται αναίρεσιν», βλ. Κ. Χορομίδη, Η νομιμοποίηση του μισθωτή στη δίκη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ΕλλΔνη 2009, σ. 24 επ.

Στη συνταγματική και υπερνομοθετική προστασία της ιδιοκτησίας περιλαμβάνεται, όχι μόνο η «γυμνή» κυριότητα, αλλά ο πυρήνας του δικαιώματος, με τις ενυπάρχουσες στην ιδιοκτησία νόμιμες εξουσίες κάρπωσης και χρήσης, είτε αυτές είναι συμφυείς με την κυριότητα, είτε χωρισμένες, ιδρύουσες ίδια δικαιώματα5)Ν.Ν. Σαρίπολου, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήναι 1923, τόμος γ΄, έκδ. δ΄, σ. 235 και επ.˙ Γ. Παμπούκα, Στέρησις ιδιοκτησίας υλικών άνευ αποζημιώσεως, ΕΕΝ 1938, σ. 742, ΟλΣτΕ 1094/1987, ΝοΒ 1987, σ. 975, ΟλΣτΕ 4050/1976, ΕΔΔΔ 1977, σ. 86, ΑΠ 131/1902, Θ. 1902, σ. 614, ΑΠ 84/1923, Θ. 1923, σ. 339, ΕφΑθ 31/1982, ΤοΣ 1982, σ. 266, Μ. Στασινόπουλος, Αστική ευθύνη του Κράτους, Αθήναι 1950, σ. 96, 101 επ., ΠολΠρΑθ 13256/1979, ΤοΣ 1981, σ. 121˙ Απ. Γεωργιάδη/Μ. Σταθόπουλου, Εμπράγματο Δίκαιο, Αθήνα 1985, σ. 313, 7β. Το αενάως και ελευθέρως ρέον ύδωρ (ΑΠ 967) είναι πράγμα εκτός συναλλαγής, στο οποίο μπορούσε να υφίσταται εμπράγματο δικαίωμα υδατικής δουλείας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο ή τον Οθωμανικό ΑΚ, που διατηρήθηκε με τον ΑΚ (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ). Όποιος έχει δικαίωμα υδατικής δουλείας, κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο έχει και δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, γιατί πρόκειται για εμπράγματο δικαίωμα ιδιωτικής φύσης (ΑΠ 238/1992, ΕλλΔνη 1993, σ. 1310). και επιπλέον σήμερα, ο σεβασμός στην περιουσία, κατά το άρθρο 1 § 1α του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠρΠρΠρ) της ΕΣΔΑ, με την παροχή «δίκαιης ικανοποίησης» κατά το άρθρο 41 της ΕΣΔΑ, στην περίπτωση παραβίασης του άρθρου 1 § 1α του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (βλ. παρακάτω § IV).

Ως στέρηση, από τον παρελθόντα αιώνα, δεν νοείται μόνον η αφαίρεση της ιδιοκτησίας και η μεταβίβασή της σε τρίτο, όπως γινόταν παλαιότερα δεκτό6)Ν.Ν. Σαρίπολου, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, τόμ. γ΄ έκδ. δ΄, Αθήναι 1923, σ. 247 επ., αλλά και η καταστροφή του πράγματος ή η οποιαδήποτε αλλαγή ή αφαίρεση ή «κατάλυσή» του ή η εκμηδένιση της ωφέλειάς του7)ΟλΑΠ 37/1987 ΕλλΔνη 1989, σ. 293, ΕΕΝ 1989, σ. 610, ΑΠ 896/1985, ΟλΑΠ 1/1982, ΕΕΝ 1983, σ. 13, ΑΠ 84/1923, Θ. 1923, σ. 339, ΕφΑθ 31/1982, ΤοΣ 1982, σ. 266, Α. Φλώρου, Η επισκόπηση της νομολογίας επί της έννοιας της στερήσεως της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, ΕλλΔνη 1966, σ. 653 επ., Κ. Χορομίδη, Η αναγκαστική απαλλοτρίωση, δ΄ έκδ. Θεσσαλονίκη 2008, § 9 σελ. 72 επ., Ελ. Λευτεριώτη, Ιδιοκτησία-Περιβάλλον, σ. 163 επ., όπως σήμερα, με τη διεύρυνση της προστασίας και στα περιουσιακά δικαιώματα, ο χαρακτηρισμός ενός ακινήτου εκτός σχεδίου, μεγάλης αξίας (τουριστικής, βιομηχανικής, αστικής), ως Ζώνης Α αρχαίου, ή ως δάσους ή δασικής έκτασης ή επιβάρυνσή του με άλλους κανονιστικούς περιορισμούς.

Το άρθρο 17 § 2 Συντ. 1975, θέτει ως σιδηρά συνταγματική προϋπόθεση, για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, να «προηγηθεί πλήρης αποζημίωση του ιδιοκτήτη, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης της αίτησης στο δικαστήριο…».

Κατά το ίδιο άρθρο, όπως αυτό σήμερα -κατά τον ΑΠ8) Βλ. υποσημ. 5.- πρέπει να ερμηνεύεται, η προστασία της ιδιοκτησίας διευρύνεται και σε περιουσιακά δικαιώματα, ενόψει του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, τη μόνη διάταξη με οικονομικό περιεχόμενο της ΕΣΔΑ, που αποτελεί εσωτερικό μας δίκαιο (άρθρο 28 § 1 Συντ, ν.δ. 53/1974), υπερνομοθετικής ισχύος.

Η νομολογία του ΑΠ, αν και υπήρξε συντηρητική, ως προς το περιεχόμενο προστασίας της ιδιοκτησίας, γιατί το περιόριζε μόνο στην εμπράγματη ιδιοκτησία και εξαιρούσε την περιουσιακή ζημία, παρά ταύτα, όλο τον 20ό αιώνα, ακόμη και πριν την ΕΣΔΑ και τη νομολογία του ΕΔΔΑ και ανεξάρτητα, αν το απαλλοτριούμενο κείται εντός ή εκτός σχεδίου, προσδιόριζε, ως «πλήρη αποζημίωση», «αυτή που παρέχει τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριούμενου με ισάξιο»9)ΟλΑΠ 13/2000, ΕλλΔνη 2000, σ. 95, AΠ 150/1981, EEN 1981, σ. 913, AΠ 149/1981, EEN 1981, σ. 910, AΠ 1621/1980, EEN 1981, σ. 591, AΠ 1175/1980, NοB 1981, σ. 539, AΠ 329/1979, NοB 1979, σ. 1303, όπου και σημ. K. I. Παπαδημητρίου, OλAΠ 714/1978, NοB 1979, σ. 537, OλAΠ 1221/1975, NοB 1976, σ. 186, OλAΠ 219/1977, NοB 1977, σ. 742˙ βλ. και σημ. K. Xορομίδη, AΠ 538/1973, NοB 1973, σ. 1434, AΠ 1006/1972 EEN 1973. σ. 385=AρχN 1973, σ. 311, OλAΠ 459/1970, AρχN 1970, σ. 846=NοB 1970, σ. 1301, όπου Aγόρευση Eισαγγελέα AΠ=Δνη 1970, σ. 443, όπου και παρατηρήσεις Π. Kορδογιαννόπουλου, AΠ 284/1967, EλλΔνη 1968, σ. 129, AΠ 563/1965, NοB 1966, σ. 510=AρχN 1966, σ. 115, AΠ 559/1965, NοB 1966, σ. 507=AρχN 1966, σ. 122, AΠ 371/1957, NοB 1957, σ. 1021, AΠ 604/1957, NοB 1958, σ. 330, AΠ 192/1958, NοB 1958, σ. 837, AΠ 231/1954, NοB 1954, σ. 668, ΣτE 2571/1969, NοB 1970, σ. 484, ΣτE 616/1950, Θ. 1950, σ. 825, EφΘεσ 441/1964, Aρμ 1964, σ. 746, EφΘεσ 391/1965, Aρμ 1966, σ. 549, EφKρ 26/1968, NοB 1968, σ. 649., στήριζε δηλαδή την εκτίμηση της αξίας του, στη βάση της κατά τον προορισμό χρήσης του ακινήτου (αγοραία αξία).

Ως ισάξιο δε πράγμα, θεωρήθηκε από τη νομολογία, εκείνο του οποίου η εκμετάλλευση με τον ίδιο τρόπο, αποδίδει τα ίδια περιουσιακά ωφελήματα, ώστε να μη βλάπτεται οικονομικά ο καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης.10)AΠ 405/1956, EEN 1957, σ. 133, ΠρΠρΠειρ 535/1948, EEN 1948, σ. 366, ΠρKατ 46/1947, EEN 1947, σ. 549, MονΠρXαλκ 618/1978, EλλΔνη 1979, σ. 492. Kατά την ΠολΠρΘεσ 119/1972, EEN 1973, σ. 96, δεν επιτρέπεται εξαιτίας της απαλλοτρίωσης να γίνει χειρότερη η γενική οικονομική κατάσταση αυτού που θίγεται.

Η ιδιοκτησία, ως προς την αξία της, τη δικαστικά προστατευόμενη, που αποτελεί και το ειδικότερο ενδιαφέρον της παρούσας μελέτης, είναι αρχέγονα προσανατολισμένη προς την αξία της χρήσης της, τον οικονομικό προορισμό της, είναι απεξαρτημένη από υποκειμενικά – συναισθηματικά κριτήρια, και μερικώς από τον τυπικό-νομικό χαρακτηρισμό της. Ως αξία αντικατάστασής της με ισάξιο, κατά τον ΑΠ, θεωρείται η πραγματική της αξία, με βάση τους νόμους της αγοράς.

Μέχρι τη δεκαετία του 1960, τα παραθαλάσσια ακίνητα δεν είχαν ιδιαίτερη αξία. Σήμερα, σε αντίθεση με τα ισχύοντα πριν από το 1960, τα παραθαλάσσια ακίνητα, εκτός σχεδίου, σε τουριστική περιοχή, είναι πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με ακίνητα εντός σχεδίου, πλησίον κείμενα, αλλά μη παραθαλάσσια.11)Στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής, τότε, την εποχή της «προίκας», λένε ότι στους ανεπιθύμητους γαμπρούς έδιναν ως προίκα τα άγονα, τα παραθαλάσσια χωράφια, τις αμμούδες, τα δίπλα στις σημερινές χρυσές αμμουδιές, που σήμερα τα παίρνουν, αν τυχόν παίρνουν προίκα, οι εκλεκτοί γαμπροί.

Με δεδομένο, ότι το ταμειακό συμφέρον του Κράτους και των ν.π.δ.δ. δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το δημόσιο ή γενικότερο δημόσιο συμφέρον12)ΕΔΔΑ, απόφαση της 22.5.2000, Μειδάνης κατά Ελλάδας, ΝοΒ 2008, σ. 1367, Γ. Μιχαηλίδη-Νουάρου, Ζωντανό δίκαιο και φυσικό, σελ. 364, Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, α΄ έκδ., 1977, σ. 88, και στη β΄ έκδ. 1988, σ. 314, Κ. Χορομίδη, Η αναγκαστική απαλλοτρίωση (δ΄ έκδ. 2008) § 2, σ. 20 επ., δεν νοείται η χωρίς όριο παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού των περιουσιακών δικαιωμάτων του προσώπου, γιατί επιπλέον οδηγεί και στην παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρ. 4 § 5 Συντ.).

Έτσι, κατά παραβίαση της δημοσιονομικής ισότητας, οι έλληνες μικροϊδιοκτήτες και, κυρίως, οι φτωχοί αγρότες, έφεραν μέχρι τελευταία, το υπέρμετρο βάρος των απαλλοτριώσεων, για τη δημιουργία του εκτός σχεδίου οδικού δικτύου της χώρας, με το αμάχητο τεκμήριο της ωφέλειας των παροδίων, την αυτοαποζημίωση του άρθρου 1 του ν. 653/1977, όπως αυτή εσφαλμένα εφαρμόσθηκε13)Αποφάσεις ΕΔΔΑ της 15.11.1996, υποθέσεις α) Κατηκαρίδη, β) Τσώμτσου κατά Ελλάδας, Αρμ 1997, σ. 428 επ., γ) ΕΔΔΑ, απόφαση της 25.3.1999, Παπαχελάς κατά Ελλάδας, ΕΕΕυρΔ 2000, σ. 501 επ., και τον τρόπο υπολογισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης του εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου, στην οποία δεν συνυπολογίζονταν και η ζημία από την εκτέλεση του έργου, φαλκιδευμένης έτσι ουσιαστικά της πλήρους αποζημίωσης.

Μόλις πριν λίγα χρόνια, οι ΟλΑΠ 10-11/2004 και 31/200514)Βλ. και ΟλΑΠ 40/1998, ΝοΒ 1999, σ. 752, όπου και σημείωμα Ι. Καράκωστα, Γ. Κασιμάτη, Η απόφαση ΟλΑΠ 40/1998 κ.λπ. ΝοΒ 1999, σ. 705 επ., Δ 26.346, όπου και σημ. Κ. Μπέη, ΟλΑΠ 13/2000, Αρμ 2000, σ. 1524, όπου και σημείωμα Κ. Χορομίδη, και ιδίως ΟλΑΠ 10/2004 ό.π., ΟλΑΠ 11/2004 ό.π., ΟλΑΠ 31.2005 ό.π. ΑΠ 1368/2005, ΕλλΔνη 2008μ σ. 732., εγκατέλειψαν στις απαλλοτριώσεις, την επί έναν αιώνα νομολογία, προστασίας μόνο της εμπράγματης ιδιοκτησίας (κυριότητα-εμπράγματα δικαιώματα) και διεύρυναν την προστασία της, μετά τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, στις υποθέσεις Κατηκαρίδης, Τσώμτσος, Αζάς και άλλες κατά Ελλάδας15)Βλ. υποσημείωση 14 και απόφαση ΕΔΔΑ της 19.9.2002, Αζάς κατά Ελλάδας (Αρμ 2002, σ. 1887, με παρατηρήσεις Δημ. Λέντζη=Δ 2004, σ. 107 με παρατηρήσεις Ευαγ. Μπαλογιάννη=ΕλλΔνη 2004, σ. 54 με παρατηρήσεις Γ. Χριστονάκη). Γενικότερα για τα ζητήματα προσαρμογής της έννομής μας τάξης στη νομολογία του ΕΔΔΑ, μετά την απόφαση Αζάς βλ. και Κ. Χορομίδη, Ουσιώδης μεταστροφή της νομολογίας στο δίκαιο προστασίας της ιδιοκτησίας, ΕλλΔνη 2004, σ. 1282 επ., σε περιουσιακά δικαιώματα, κατά το άρθρο 1 § 1α του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του», εγκατέλειψαν το αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας του παρόδιου ιδιοκτήτη και περιέλαβαν στην ιδιαίτερη αποζημίωση των εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων και την περιουσιακή ζημία από την εκτέλεση του σκοπούμενου έργου.

Η ΟλΑΠ 3/1996 και άλλες16)ΟλΑΠ 3/1996, ΝοΒ 1997, σ. 198, ΑΠ 1898/1999, ΕΕΝ 2001, σ. 480., σε αντίθεση με την νομολογία του ΣτΕ (βλ. παρακάτω), δέχονται για ακίνητα εκτός σχεδίου, ότι σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσής τους, για την προστασία αρχαίου, η αποζημίωση πρέπει να είναι η πλήρης, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 § 2 Συντ., δηλ. για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου βεβαρυμένου με αρχαία, αυτό θα συγκριθεί με τα πλησίον του ομοειδή ακίνητα, που δεν βαρύνονται με τέτοιους περιορισμούς.

ΙΙ. Η ιεράρχηση των συνταγματικών κανόνων

Η ιδιοκτησία, με την κοινωνική εξέλιξη ιδίως των δύο τελευταίων αιώνων17)Κ. Χορομίδη, Η αναγκαστική απαλλοτρίωση, έκδ. δ΄ 2008, § 6 σελ. 50 επ., § 7 σελ. 64 επ., έχει αποβάλει βεβαίως τον εγωϊστικό, απόλυτο και αντικοινωνικό χαρακτήρα της, του ρωμαϊκού δικαίου (jus absurdum)18)Jus utendi et abutendi. και τη συντηρητική της έννοια της Γαλλικής Επανάστασης.19)La propriété est sacrée et inviolable.

Οι νόμιμοι κοινωνικοί περιορισμοί της κυριότητας του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1003-1032), οι «res immissiones» του ρωμαϊκού δικαίου20)Κ. Αρμενόπουλος, Προχείρου Νόμων ή Εξάβιβλος, επιμ. Κ. Πιτσάκη, βιβλ. δεύτ., § 71, σ. 132, άρθρα 1003-1005 ΑΚ., ενισχύθηκαν με το άρθρο 17 Συντ. του 1975 (άρθρο 17 §§ 1, 6 και 7, άρθρο 18 § 5), κυρίως όμως και ορθώς, ενισχύθηκαν με το άρθρο 24 Συντ., για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος.21)Μ. Δεκλερή, Ο δωδεκάδελτος του περιβάλλοντος, Ι. Καράκωστα, Περιβάλλον και δίκαιο (2000), Γ. Παπαδημητρίου, Το περιβαλλοντικό Σύνταγμα, θεμελίωση περιεχόμενο και λειτουργία, Νόμος και Φύση 1994μ σ. 375 επ., Α. Τάχος, Διοικητικό δίκαιο, 1990, σ. 389 επ., 392 επ., Κ. Χορομίδη, Το δίκαιο της ρυμοτομίας και του πολεοδομικού σχεδιασμού, έκδ. β΄ 2002, § 8 σελ. 101 επ.

Πολλές φορές, αντικείμενο των αποφάσεων του ΣτΕ22)Α. Κομνηνού, Η σύγκρουση του δικαιώματος επί του περιβάλλοντος και του δικαιώματος ιδιοκτησίας στη νομολογία του ΣτΕ, ΕΔΔΔ 1992, σ. 201 επ., Γ. Γιαννακούρου, Περιβάλλον και ιδιοκτησία. Η νομολογία του ΣτΕ υπό το φως της ΕΣΔΑ, ΕυρΠολ 3/2008, σ. 617. αποτέλεσε ο προβληματισμός για τη σχέση του άρθρου 17 Συντ. με το άρθρο 24 του Συντ. 1975. Το ΣτΕ ανύψωσε την προστασία του περιβάλλοντος (φυσικού, οικιστικού και πολιτιστικού) σε ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα.23)ΣτΕ 3682/1986, ΤοΣ 1986, σ. 461, Λ. Σιόντη-Γεωργίου, Η συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που αφορούν το περιβάλλον, ΤοΣ 1983, σ. 183 επ., 128 επ.

Το Σύνταγμα, ειδικά στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, δεν καθιερώνει ιεράρχηση των διατάξεών του, όπως υποστηρίζει ο Μάνεσης.24)Α. Μάνεση, Συνταγματικά δικαιώματα, α΄ ατομικές ελευθερίες, 1982, σελ. 64, 65 επ. Οι διατάξεις του είναι ισόκυρες, καμία εφαρμοζόμενη δεν καθιστά ανίσχυρη την άλλη, αλλά πρέπει να ερμηνεύονται ως αλληλοσυμπληρούμενες και συμπλέουσες, χωρίς να ανατρέπεται ο πυρήνας τους, δηλαδή η βασική ουσιαστική (όχι απλώς συμβολική) προστασία που παρέχει –ενόψει και του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος- το κάθε ατομικό ή κοινωνικό δικαίωμα.25)ΟλΣτΕ 2282/1992 ΕΔΔΔ 1992.563.

Ανεξάρτητα όμως, από τη μη ιεράρχηση των διατάξεων του Συντάγματος, οφείλουμε να δεχθούμε, ότι κατά την επείγουσα και παγκοσμίως αναγνωρισμένη αναγκαιότητα προστασίας του περιβάλλοντος και τις κρατούσες αντιλήψεις, προβάδισμα στην υλοποίησή τους έχουν οι διατάξεις του άρθρου 24 Συντ.26)K. Ρώτη, Aνοίγματα της νομολογίας για την προστασία του περιβάλλοντος, σελ. 22, A. Σακελλαροπούλου, Σκέψεις για το πρόβλημα του περιβάλλοντος από τη νομική σκοπιά (1982) σελ. 290, Aν. Πόρτογλου-Mιχαήλ, Ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 24 Συντ. 1975, TοΣ 1978, σ. 665 (σχόλια στη ΣτE 1491/1978, TοΣ 1978, σ. 553), OλΣτE 3146/1986, EλλΔνη 1986, σ. 1231, OλΣτE 1941/1978, EΔΔΔ 1978, σ. 553, OλΣτE 2801/1991, Aρμ 1991, σ. 1149., έναντι αυτών του άρθρου 17 Συντ.

ΙΙΙ. Οι συνταγματικοί περιορισμοί του άρθρου 24 Συντ. και η δόμηση εκτός σχεδίου

Η προστασία του περιβάλλοντος είναι πρώτη συνταγματική προτεραιότητα. Στο σημείο αυτό έπαινος ανήκει στο ΣτΕ. Το πρόβλημα εντοπίζεται στη χρηματική αποτίμηση της προστασίας του, στο δημοσιονομικό σκέλος, λόγω του άρθρου 17 § 2 Συντ. και ειδικότερα του άρθρου 1 § 1α του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Τα μέτρα, που η Πολιτεία λαμβάνει, κατά το άρθρο 24 Συντ., που προσβάλλουν υπέρμετρα περιουσιακά δικαιώματα ή που οδηγούν στη στέρηση, μερική ή ολική του πυρήνα της ιδιοκτησίας, πρέπει να αποζημιώνονται, κατά το άρθρο 17 § 2 Συντ. και το άρθρο 1 § 1α του Πρώτου Πρωτοκόλλου, συνεκτιμωμένου και του γενικού δημοσίου συμφέροντος, για να μην καταστούν οι διατάξεις αυτές κενές περιεχομένου27)Λευτεριώτου, ό.π. σελ. 167 επ., 216 επ., για τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α., υπόθεση Lucas, σ. 232 επ., στην οποία αναγνωρίσθηκε δικαίωμα αποζημίωσης για την απαγόρευση δόμησης ακινήτου σε παραλιακή ζώνη, γιατί ο ιδιοκτήτης στερούνταν την επωφελή χρήση της ιδιοκτησίας του., ανατρεπόμενης συγχρόνως της δημοσιονομικής ισότητας και της αρχής της αναλογικότητας των άρθρων 4 §§ 1 και 5 Συντ.

Το ΣτΕ, ενώ αποφαίνεται ότι στα εκτός σχεδίου ακίνητα η ιδιοκτησία ως δικαίωμα περιλαμβάνει «το φάσμα των δυνατών χρήσεών της», όμως στην εκτίμηση της οικονομικής επίπτωσης του περιορισμού σε βάρος της, αγνοεί τις «άλλες δυνατές νόμιμες χρήσεις» και τις αξίες τους, δογματίζοντας αμαχήτως, ότι δεν υπάρχει στέρηση, αφού διατηρείται η εκμετάλλευσή τους «κατά τον πρωτογενή προορισμό τους».28) ΣτΕ 982/2005, ΟλΣτΕ 3135/2002, ΝοΒ 2003, σ. 564, 1108, ΣτΕ 4575/1998, ΣτΕ 1424/1990. Το ΣτΕ αμαχήτως αποφαίνεται ότι η στέρηση ή ουσιώδης περιορισμός των άλλων «νόμιμων χρήσεων», καμία δεν συνεπάγεται έννομη συνέπεια.

Επακόλουθο της παραπάνω σκέψης του ΣτΕ, της μη στέρησης της ιδιοκτησίας, είναι, ότι δεν δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης και λογικό επακόλουθο, ότι η ενδεχόμενη αποζημίωση της ιδιοκτησίας, στα εκτός σχεδίου ακίνητα, θα πρέπει να ορίζεται, από τα δικαστήρια της ουσίας, κατά την αξία της «πρωτογενούς» κατά προορισμό εκμετάλλευσης της γης.29)Ν. Ρόζου, Πολεοδομικό δίκαιο και περιορισμοί της ιδιοκτησίας. Ο πρωτογενής καθορισμός του περιεχομένου της κυριότητας επί ακινήτων και ειδικών αγαθών και οι περαιτέρω περιορισμοί του, www.nomosphysis.org.gr/articles, Ιούλιος 2007 και, στον ίδιο δικτυακό τόπο, Κ. Κουσούλη, Χωροταξικός σχεδιασμός και προστασία φυσικού περιβάλλοντος, Οκτώβριος 2008, Ν. Ρόζου, Παρατηρήσεις (επί των αποφάσεων του ΕΔΔΑ στις Υποθέσεις Ζαντε και Ξενοδοχεία Κρήτης), ΘΠΔΔ 4/2008, σ. 476, Γ. Παναγιωτόπουλου, Η αστική ευθύνη του Δημοσίου εν σχέσει με την προστασία του περιβάλλοντος, ΤοΣ 2008, σ. 295. Έτσι, με αμάχητο νομολογιακό τεκμήριο, αγνοείται η νόμιμα παγίως διαμορφωμένη οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Εκμηδενίζεται η πραγματική αξία της εκτός σχεδίου ιδιοκτησίας.

Στο θέμα της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, στις παρεμβάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, πρέπει το ΣτΕ να αποκλείσει κάθε υπόνοια, ότι η νομολογία του διαμορφώνεται με κριτήρια δημοσιονομικά (fiscalismus).30)Βλ. Α. Σβώλου, Η έρευνα της συνταγματικότητας του νόμου. Νομικαί μελέται, σ. 221, Δ 1927, σ. 227 επ., Γ. Κουσουλάκου, Μελέται φιλοσοφίας, γενικής θεωρίας και πρακτικής του δικαίου, 1948, σ. 15 υποσημ. 15, αναφορά στον J. Berthélémy.

IV. Το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ – Το Ε.Δ.Δ.Α.

Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, όπως πάγια πλέον ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ, περιλαμβάνει τους τρεις γνωστούς κανόνες31)ΕΔΔΑ, απόφαση της 23.9.1982, Sporrong και Lönnrοth, ΕΕΕυρΔ 1982, σ. 374, απόφαση της 19.12.1982, Mellacher και άλλοι κατά Αυστρίας, όπου κρίθηκε θέμα μίσθωσης ως προς το ύψος του μισθώματος με βάση την αρχή της δίκαιης ισορροπίας. Η προσφυγή κρίθηκε αβάσιμη. Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 17.1.2002, Τσιρικάκης κατά Ελλάδας, απόφαση της 26.6.1996, Van Marle και λοιποί κατά Ολλανδίας, σχετική με πελατεία εμπορικής επιχείρησης, § 41, απόφαση της 7.7.1989, Tre Tracktorer ΑΒ κατά Σουηδίας, 53, απόφασης της 21.2.2008, Ανώνυμη Τουριστική Εταιρία «Ξενοδοχεία Κρήτης» κατά Ελλάδας § 42, βλ. και Π. Στάγκο, Η δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη, 2004, σελ. 76. Κ. Μπέη, Η διδασκαλία του καθηγητή κ. G. Baumgärtel, Δ 26 (1981), σ. 21. Για το σεβασμό της περιουσίας (ήρεμη απόλαυση) του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου και την προστασία των ενοχικών δικαιωμάτων, την παραγραφή ενοχικών αξιώσεων κ.λπ. βλ. Κ. Μπέη, Δ 26 (1981), σ. 37 επ., Κ. Χορομίδη, Η αναγκαστική απαλλοτρίωση, δ΄ έκδ. 2008, § 12 ΑΙ, σ. 105 επ., 12 Α ΙΙΙ, σ. 116 επ., 125 επ., Ι. Χορομίδη, Ο νέος Κ.Α.Α.Α. υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ, ΕλλΔνη 2002, σ. 1601 επ.:

α) Το σεβασμό γενικά της περιουσίας, «την αρχή της ήρεμης, ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας» (άρθρο 1 § 1α).

β) Το επιτρεπτό της στέρησης της ιδιοκτησίας, με τη συνδρομή ορισμένων όρων που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου (άρθρο 1 § 1β΄).

γ) Την εξουσία του Κράτους να κρίνει για τη χρησιμοποίηση των αγαθών για το δημόσιο συμφέρον κ.λπ. (άρθρο 1 § 2).

Οι παραπάνω κανόνες, κατά το ΕΔΔΑ, δεν είναι αυτοτελείς, αλλά ερμηνεύονται κατά τρόπο, που ο δεύτερος και τρίτος κανόνας να μην ανατρέπουν τον πρώτο κανόνα, ο οποίος θεωρείται ότι θεσμοθετεί μια γενική αρχή, το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, η οποία αναδεικνύεται ως η «δίκαιη ή εύλογη ισορροπία», στη στάθμιση του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας32)Ι. Σαρμά, Κράτος και δικαιοσύνη, σελ. 225 επ., όπου και αποφάσεις του ΕΔΔΑ προστασίας της περιουσίας, Ι. Χορομίδη, Αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, σ. 204, με ενδεικτική βιβλιογραφία για την ΕΣΔΑ στη σ. 45., με την αποκατάσταση της περιουσιακής βλάβης.

Ενόψει της ισχύος, ως εσωτερικού μας δικαίου, του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, βάσει του άρθρου 28 § 1 Συντ. και του ν.δ. 53/197433)Βλ. αντί άλλων ΟλΑΠ 6/2007, ΕλλΔνη 2007, σ. 797 = Δ 2008, σ. 28 με παρατηρήσεις Ε. Μπαλογιάννη. και της αυτόνομης ερμηνείας του, το ΕΔΔΑ έκρινε, ότι το ΣτΕ, για τα ακίνητα εκτός σχεδίου, διαπλάθει αμάχητο τεκμήριο, που παραγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες του κάθε εκτός σχεδίου πόλης ακινήτου, όταν ο νομοθέτης εξ αρχής (ab initio) δεν απαγορεύει τη συγκεκριμένη (in concreto) χρήση τους.

Η σύγκρουση της νομολογίας του ΣτΕ34)ΣτΕ 982/2005, ΟλΣτΕ 3135/2002, ΣτΕ 4575/1998, ΟλΣτΕ 3146/1986. προς τις τελευταίες αποφάσεις του ΕΔΔΑ35)ΕΔΔΑ απόφαση της 6.12.2007, ΖΑΝΤΕ-Μαραθωνήσι κατά Ελλάδας, απόφαση της 21.2.2008, Ανώνυμη Τουριστική Εταιρεία Ξενοδοχεία Κρήτης κατά Ελλάδας, §§ 7, 43, 52 και 53, Γ. Γιαννακούρου, Περιβάλλον και ιδιοκτησία. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό το φως της ΕΣΔΑ,  ΕυρΠολ 3/2008, σ. 617, Κ. Κουσούλη, όπ.π., Ν. Ρόζου, Παρατηρήσεις (επί των δύο πρώτων χρονολογικά αποφάσεων), ΘΠΔΔ 4/2008, σ. 476, Λ. Κιουσοπούλου, Περιβάλλον και ιδιοκτησία: το τέλος των αμάχητων τεκμηρίων; ΘΠΔΔ 2/2008, σ. 219. Πρβλ. επίσης Ε. Λεφτεριώτου, Ιδιοκτησία και περιβάλλον, 2007, σ.  171 επ.,  Α. Σίνη, Η δόμηση στις εκτός σχεδίου περιοχές και η προστασία του περιβάλλοντος στην ελληνική έννομη τάξη, www.nomosphysis.org.gr/articles, Μάρτιος 2009. Για τον προβληματισμό που είχε αναπτυχθεί παλαιότερα, βλ. Γ. Δρόσου, Συνταγματικοί περιορισμοί της ιδιοκτησίας και αποζημίωση, 1997, passim, Ελληνική Εταιρεία Δικαίου του Περιβάλλοντος, Δικαίωμα ιδιοκτησίας. Προστασία του περιβάλλοντος, 2003, passim. Το ΕΔΔΑ με την απόφασή του της 28.5.2009 στην υπόθεση ZANTE – Μαραθωνήσι καταδίκασε την Ελλάδα σε καταβολή δίκαιης ικανοποίησης ύψους 2.000.000 ευρώ. εντοπίζεται στην αποζημιωτική αξιολόγηση της εκμετάλλευσης (δόμησης) συγκεκριμένων εκτός σχεδίου ακινήτων.

Η δικαστική έρευνα προσδιορισμού της αξίας του εκτός σχεδίου ακινήτου, πρέπει, κατά το ΕΔΔΑ, να καθοδηγείται από την in concreto δυνατότητα εκμετάλλευσης αυτού, ώστε, προσδιορίζοντας την οικονομική χρησιμότητά του, να προσδιορίζεται η αξία του συγκεκριμένου ακινήτου.

Το ΣτΕ ιδίως δεν συνεκτιμά ότι τα εκτός σχεδίου ακίνητα ανέκαθεν δομούνται, και ότι η δόμησή τους ανέκαθεν ρυθμίζεται από γενικές και ειδικές διατάξεις πολεοδομικής υφής.

Η δόμησή τους, εκτός από τις γενικές διατάξεις (άρθρα 9, 14 και 17 του ν.δ. 17/7-16.8.1923, άρθρο 5 § 1 π.δ. 23.10.1928, άρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, π.δ. 6.10.1978, και άλλες ειδικότερες), από πολλές δεκαετίες, με την ανάπτυξη της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, δεν αποτελεί περιθωριακή εξαίρεση, αλλά ρυθμίζεται κανονιστικά με διατάξεις, όπως για βιομηχανικές, βιοτεχνικές περιοχές, ξενοδοχειακές, αγροτικές, οικιστικές ζώνες, συγκροτήματα, εξοχικές κατοικίες, διατάξεις φορολόγησης της μεταβίβασης της εκτός σχεδίου ιδιοκτησίας που απόκτησε οικοπεδική αξία και της δόμησής της.36)Δ. Χριστοφιλόπουλος, Δόμηση εκτός σχεδίου πόλεως, 2007. Πληθωρική είναι η νομολογία του ΣτΕ από πολλές δεκαετίες, για τα νομικά ζητήματα που προκύπτουν από την ειδική νομοθεσία περί δόμησης εκτός σχεδίου.

V. Τα άρθρα 4 §§ 1, 5, 5 § 1, 25 § 1 και 2 § 1 Συντάγματος37)Άρθρο 4 §§ 1 και 5 Συντ.: 4 § 1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 4 § 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Άρθρο 5 § 1 Συντ.: 1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Άρθρο 2 § 1 Συντ.: 1. Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.

Ο κοινός νομοθέτης δεν δικαιούται να αποκλίνει από τις ανέκαθεν ισχύουσες γενικότερες ρυθμίσεις, εκμηδενίζοντας κεκτημένα δικαιώματα από υπερνομοθετικές διατάξεις (Σύνταγμα, ΕΣΔΑ, Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών της 10.12.1948, ν. 2462/1999 «περί κυρώσεως Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα κ.λπ.) και τις από αυτές ωφέλειες και εξουσίες, ανατρέποντας έτσι την οικονομική και κοινωνική ζωή των προσώπων.

Ο σεβασμός, αλλά και η προστασία των δικαιωμάτων, από το άρθρο 17 § 2 Συντ., το άρθρο 1 § 1α του Πρώτου Πρωτοκόλλου, όπως και από τα άρθρα 4 §§ 1, 5, 25 § 1 Συντ. για τη δημοσιονομική ισότητα και αναλογικότητα και το άρθρο 5 § 1 Συντ., δηλ. του δικαιώματος ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή, το οποίο θεμελιώνει και την αρχή της δικαιολογημένης ή προστατευόμενης εμπιστοσύνης, αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, ώστε η εκμηδένισή τους ή η ουσιώδης προσβολή τους, να προσβάλει την προστατευόμενη κατά το άρθρο 2 § 1 Συντ. αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Πιστεύουμε, και το ΕΔΔΑ εγγίζει το θέμα38)Βλ. υποσημ. 36., πως η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, προς το ισχύσαν νομικό καθεστώς και τη διοικητική πρακτική, που διαμόρφωσαν, με βάση τους οικονομικούς νόμους και τις κοινωνικές συνήθειες, την πραγματική αξία των συγκεκριμένων εκτός σχεδίου ακινήτων, δεν επιτρέπει την αγνόηση και της παραπάνω αρχής.39) Για την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης βλ. ΟλΣτΕ 602/2003, ΝοΒ 2004, σ. 124, Αρμ 2003, σ. 711.

VI. Η νομολογιακή διαφοροποίηση των Ανωτάτων Δικαστηρίων (ΣτΕ και ΑΠ) και η ασφάλεια δικαίου

Ενόψει των παραπάνω, με τον ΑΠ να δέχεται, ότι η πλήρης αποζημίωση, πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα απόκτησης ισάξιου πράγματος και στα εκτός σχεδίου απαλλοτριούμενα ακίνητα και αντίθετα το ΣτΕ να συνδέει την εκτίμηση της προσβολής και το μέγεθος της αποζημίωσης, στα εκτός σχεδίου ακίνητα, μόνο με τον κατά τη «φύση πρωτογενή»40)ΣτΕ 982/2005, ΣτΕ 695-696/1986, ΟλΣτΕ 1124/1994, ΣτΕ 1169/1994, ΟλΣτΕ 4953/1995, ΣτΕ 784/1999, ΣτΕ 3848/2005. προορισμό του ακινήτου, θεωρώντας με αμάχητο τεκμήριο, ότι όλα τα εκτός σχεδίου ακίνητα, είναι προορισμένα μόνο για γεωργική ή κτηνοτροφική ή δασοπονική εκμετάλλευση ή αναψυχή, δημιουργείται ρήγμα, στην ασφάλεια δικαίου.

Το ΣτΕ, με τη νομολογία του, «συνταγματοποιεί», με αμάχητο τεκμήριο, στα εκτός σχεδίου ακίνητα, τον προορισμό και τη μέθοδο εκτίμησης της αξίας τους, κατά τρόπο εντελώς διαφορετικό από αυτόν του ΑΠ, αρμόδιου κατά δικαιοδοσία δικαστηρίου (άρθρο 17 § 4 Συντ., άρθρο πρώτο ν. 2990/2002 με το οποίο κυρώνεται η από 21.12.2001 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου) προσδιορισμού της αποζημίωσης, για τη στέρηση της ιδιοκτησίας.

Η άποψη του ΣτΕ, δογματίζοντας για τις συνέπειες προσβολής του δικαιώματος δόμησης εκτός σχεδίου, οδηγεί σε ελλειμματική προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων, ευθέως αντικείμενη στην οικονομική- κοινωνική πραγματικότητα, ώστε όχι μόνο να μη συμπλέει με το άλλο Ανώτατο Δικαστήριό μας, αλλά να προκαλεί και την αντίδραση του ΕΔΔΑ, με τις παραπάνω αναφερόμενες αποφάσεις του.41)Βλ. υποσημείωση αριθμ. 36 και την απόφαση του ΕΔΔΑ της 28.5.2009, για τη δίκαιη ικανοποίηση στην υπόθεση ΖΑΝΤΕ-Μαραθωνήσι.

Ας δούμε όμως που οδηγούν οι αντίθετες απόψεις, με ένα παράδειγμα:

Παραθαλάσσιο ακίνητο, τεσσάρων στρεμμάτων εκτός σχεδίου, χαρακτηρίζεται ως αρχαιολογικής σημασίας, Ζώνη Α. Απαγορεύεται κάθε δόμηση. Κατά το ΣτΕ, δεν υφίσταται μερική ή ολική στέρηση της ιδιοκτησίας42)ΣτΕ 3146/1986., δεν υπάρχει θέμα αποζημίωσης, εφόσον το ακίνητο μπορεί να καλλιεργηθεί ή άλλως λογικά η αποζημίωσή του θα είναι ασήμαντη, εκτιμώμενη από τα διοικητικά δικαστήρια της ουσίας, κατά τον προορισμό του, σύμφωνα και με τη νομολογία του ΣτΕ, ότι δεν υπάρχει μερική ή ολική στέρηση της ιδιοκτησίας.

Αν όμως αναγκαστικά είχε απαλλοτριωθεί, το ίδιο ακίνητο, εντελώς διαφορετική -κατά τα παραπάνω- θα είναι η απόφαση του ΑΠ, για την πλήρη αποζημίωση, για να μπορεί ο ιδιοκτήτης να αποκτήσει ισάξιο πράγμα.

Άλλο, μη απαλλοτριούμενο, όμορο προς το παραπάνω ακίνητο, και αυτό εκτός σχεδίου, τεσσάρων στρεμμάτων, που δεν βαρύνεται με αρχαία, πωλείται για ανέγερση εξοχικής κατοικίας, σε αξία πολλαπλάσια της τυχόν αποζημίωσης του διπλανού, που βαρύνεται με «δουλεία» αρχαίου.

Πιστεύουμε, πως ο Έλληνας νομοθέτης, ορθά, δεν καταργεί ή αδρανοποιεί, γενικά την εκτός σχεδίου δόμηση, μη αποδεχόμενος την de facto αναποζημίωτη απαλλοτρίωσή της, δεδομένου ότι, το Σύνταγμα θέτει τα συνταγματικά δικαιώματα «υπό την προστασία του Κράτους» (άρθρ. 17 § 2) και υποχρεώνει όλα τα κρατικά όργανα «να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους» (άρθρο 25 § 1).43)Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο, Ατομικά δικαιώματα, 2ος τόμος, 1991, §§ 1220, 1221, 1222, 1239, 1245. Λ. Θεοχαρόπουλος, Η αρχή της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη και η αστική ευθύνη του Κράτους (1988,) σελ. 157, υποσημ. 63, όπου και παρατ.ηρήσεις Φ. Βεγλερή, Κ. Χορομίδη, Η αναγκαστική απαλλοτρίωση, (έκδ. Δ΄ 2008), § 152, σ. 212.

Οι Έλληνες δικαστές, εγκαταλείποντας τα αμάχητα τεκμήρια και συμπλέοντας καθ’ υποχρέωση (άρθρ. 28 § 1 Συντ., ν.δ. 53/1974) με τα κριτήρια του ΕΔΔΑ, οφείλουν, αποδεχόμενοι το ευρωπαϊκό κεκτημένο, να συμπληρώσουν το έλλειμμα στην προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων, συμβάλλοντας στην ενοποίηση της έννομης τάξης στην Ε.Ε.

Το καθήκον αυτό ανήκει και στο ΣτΕ. Η αναγνωρισμένη ανεξαρτησία, το ήθος και το υψηλό επιστημονικό κύρος των μελών του εγγυώνται τον ευρωπαϊκό δρόμο στη χώρα μας.

Παραπομπές   [ + ]

1. Συντάγματα 1844 άρθρο 12, 1864 άρθρο 21, 1911 άρθρο 17, 1927 άρθρο 19, 1952 άρθρο 17, (συνταγματικό κείμενο) 1968 άρθρο 21, 1975 άρθρο 17.
2. Επιδαύρου 1822 άρθρο ζ΄, Άστρους 1823 άρθρο στ΄, Τροιζήνας 1827, άρθρο 17.
3. ΑΠ 113/1901, Θ. ΙΒ΄, σ. 483, ΕφΑθ 312/1904, Θ. ΙΕ΄, σ. 477, ΕφΑθ 2239/1896 Θ. Η΄, σ. 123, ΕφΝαυπλ 377/1894, Θ. Ε΄, σ. 557, ΕφΑθ 39/1893, Θ. Δ΄ σ. 140, ΕφΑθ 1659/1891 Θ. Γ΄, σ. 52.
4. ΟλΑΠ 40/1998, ΝοΒ 1999, σ. 752, ιδίως ΟλΑΠ 10/2004, ΕλλΔνη 2004, σ. 712, ΟλΑΠ 11/2004, Αρμ 2004, σ. 1194, ΟλΑΠ 31/2005, ΝοΒ 2005, σ. 1107, ΕλλΔνη 2005, σ. 727, Δ 2005, σ. 947, ΑΠ 1238/2006, ΝοΒ 2006, σ. 1495. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι το Δ΄ Τμήμα του ΑΠ 739/2009, ΑΠ 888/2008, ΝοΒ 2008, σ. 2464, ΑΠ 1681/2006, ΕΕΝ 2008, σ. 305, ΑΠ 505/2004, ΕλλΔνη 2006, σ. 448, σχετικά με την προστασία του μισθωτή ή κατόχου που προσβάλλεται από την εκτέλεση του έργου της απαλλοτρίωσης, περιέργως ακολουθεί την ανατραπείσα νομολογία της προστασίας μόνο της εμπράγματης ιδιοκτησίας και όχι του σεβασμού περιουσιακών δικαιωμάτων. Αντίθετη όμως ήταν η νομολογία του τέλους του 19ου αιώνα. Η απόφαση του ΑΠ 113/1901, Θ. ΙΒ΄, σ. 483 δέχθηκε ότι «Η αντίρρησις δ’ αύτη διαφυλάττουσα το κύρος της συμφωνίας, ήσκει ουσιώδη επιρροήν, διότι κατά την σαφή έννοιαν του άρθρου 17 του Συντάγματος, το Δημόσιον προβαίνον εις την λόγω δημοσίας ανάγκης απαλλοτρίωσιν, οφείλει να αποκαταστήση πάσαν μείωσιν περιουσίας, ην εντεύθεν υφίσταται ου μόνον ο κύριος του ακινήτου αλλά και οι κεκτημένοι πραγματικά δικαιώματα αναφερόμενα εις αυτό, ή και προσωπικά όπως ο μισθωτής· όθεν η προσβαλλομένη απόφασις, θεωρήσασα απαράδεκτον την εν λόγω αντίρρησιν διά των προτάσεων υποβαλλομένην και εκλαβούσα ότι έδει να περιέχηται εν τη αγωγή, παρεβίασε τας ουσιώδεις διατάξεις των άρθρων 158 εδ. 2, 160, 544, 552, 568, 580 και 584 της Πολ. Δικονομίας, όπερ επάγεται αναίρεσιν», βλ. Κ. Χορομίδη, Η νομιμοποίηση του μισθωτή στη δίκη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ΕλλΔνη 2009, σ. 24 επ.
5. Ν.Ν. Σαρίπολου, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήναι 1923, τόμος γ΄, έκδ. δ΄, σ. 235 και επ.˙ Γ. Παμπούκα, Στέρησις ιδιοκτησίας υλικών άνευ αποζημιώσεως, ΕΕΝ 1938, σ. 742, ΟλΣτΕ 1094/1987, ΝοΒ 1987, σ. 975, ΟλΣτΕ 4050/1976, ΕΔΔΔ 1977, σ. 86, ΑΠ 131/1902, Θ. 1902, σ. 614, ΑΠ 84/1923, Θ. 1923, σ. 339, ΕφΑθ 31/1982, ΤοΣ 1982, σ. 266, Μ. Στασινόπουλος, Αστική ευθύνη του Κράτους, Αθήναι 1950, σ. 96, 101 επ., ΠολΠρΑθ 13256/1979, ΤοΣ 1981, σ. 121˙ Απ. Γεωργιάδη/Μ. Σταθόπουλου, Εμπράγματο Δίκαιο, Αθήνα 1985, σ. 313, 7β. Το αενάως και ελευθέρως ρέον ύδωρ (ΑΠ 967) είναι πράγμα εκτός συναλλαγής, στο οποίο μπορούσε να υφίσταται εμπράγματο δικαίωμα υδατικής δουλείας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο ή τον Οθωμανικό ΑΚ, που διατηρήθηκε με τον ΑΚ (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ). Όποιος έχει δικαίωμα υδατικής δουλείας, κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο έχει και δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, γιατί πρόκειται για εμπράγματο δικαίωμα ιδιωτικής φύσης (ΑΠ 238/1992, ΕλλΔνη 1993, σ. 1310).
6. Ν.Ν. Σαρίπολου, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, τόμ. γ΄ έκδ. δ΄, Αθήναι 1923, σ. 247 επ.
7. ΟλΑΠ 37/1987 ΕλλΔνη 1989, σ. 293, ΕΕΝ 1989, σ. 610, ΑΠ 896/1985, ΟλΑΠ 1/1982, ΕΕΝ 1983, σ. 13, ΑΠ 84/1923, Θ. 1923, σ. 339, ΕφΑθ 31/1982, ΤοΣ 1982, σ. 266, Α. Φλώρου, Η επισκόπηση της νομολογίας επί της έννοιας της στερήσεως της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, ΕλλΔνη 1966, σ. 653 επ., Κ. Χορομίδη, Η αναγκαστική απαλλοτρίωση, δ΄ έκδ. Θεσσαλονίκη 2008, § 9 σελ. 72 επ., Ελ. Λευτεριώτη, Ιδιοκτησία-Περιβάλλον, σ. 163 επ.
8. Βλ. υποσημ. 5.
9. ΟλΑΠ 13/2000, ΕλλΔνη 2000, σ. 95, AΠ 150/1981, EEN 1981, σ. 913, AΠ 149/1981, EEN 1981, σ. 910, AΠ 1621/1980, EEN 1981, σ. 591, AΠ 1175/1980, NοB 1981, σ. 539, AΠ 329/1979, NοB 1979, σ. 1303, όπου και σημ. K. I. Παπαδημητρίου, OλAΠ 714/1978, NοB 1979, σ. 537, OλAΠ 1221/1975, NοB 1976, σ. 186, OλAΠ 219/1977, NοB 1977, σ. 742˙ βλ. και σημ. K. Xορομίδη, AΠ 538/1973, NοB 1973, σ. 1434, AΠ 1006/1972 EEN 1973. σ. 385=AρχN 1973, σ. 311, OλAΠ 459/1970, AρχN 1970, σ. 846=NοB 1970, σ. 1301, όπου Aγόρευση Eισαγγελέα AΠ=Δνη 1970, σ. 443, όπου και παρατηρήσεις Π. Kορδογιαννόπουλου, AΠ 284/1967, EλλΔνη 1968, σ. 129, AΠ 563/1965, NοB 1966, σ. 510=AρχN 1966, σ. 115, AΠ 559/1965, NοB 1966, σ. 507=AρχN 1966, σ. 122, AΠ 371/1957, NοB 1957, σ. 1021, AΠ 604/1957, NοB 1958, σ. 330, AΠ 192/1958, NοB 1958, σ. 837, AΠ 231/1954, NοB 1954, σ. 668, ΣτE 2571/1969, NοB 1970, σ. 484, ΣτE 616/1950, Θ. 1950, σ. 825, EφΘεσ 441/1964, Aρμ 1964, σ. 746, EφΘεσ 391/1965, Aρμ 1966, σ. 549, EφKρ 26/1968, NοB 1968, σ. 649.
10. AΠ 405/1956, EEN 1957, σ. 133, ΠρΠρΠειρ 535/1948, EEN 1948, σ. 366, ΠρKατ 46/1947, EEN 1947, σ. 549, MονΠρXαλκ 618/1978, EλλΔνη 1979, σ. 492. Kατά την ΠολΠρΘεσ 119/1972, EEN 1973, σ. 96, δεν επιτρέπεται εξαιτίας της απαλλοτρίωσης να γίνει χειρότερη η γενική οικονομική κατάσταση αυτού που θίγεται.
11. Στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής, τότε, την εποχή της «προίκας», λένε ότι στους ανεπιθύμητους γαμπρούς έδιναν ως προίκα τα άγονα, τα παραθαλάσσια χωράφια, τις αμμούδες, τα δίπλα στις σημερινές χρυσές αμμουδιές, που σήμερα τα παίρνουν, αν τυχόν παίρνουν προίκα, οι εκλεκτοί γαμπροί.
12. ΕΔΔΑ, απόφαση της 22.5.2000, Μειδάνης κατά Ελλάδας, ΝοΒ 2008, σ. 1367, Γ. Μιχαηλίδη-Νουάρου, Ζωντανό δίκαιο και φυσικό, σελ. 364, Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, α΄ έκδ., 1977, σ. 88, και στη β΄ έκδ. 1988, σ. 314, Κ. Χορομίδη, Η αναγκαστική απαλλοτρίωση (δ΄ έκδ. 2008) § 2, σ. 20 επ.
13. Αποφάσεις ΕΔΔΑ της 15.11.1996, υποθέσεις α) Κατηκαρίδη, β) Τσώμτσου κατά Ελλάδας, Αρμ 1997, σ. 428 επ., γ) ΕΔΔΑ, απόφαση της 25.3.1999, Παπαχελάς κατά Ελλάδας, ΕΕΕυρΔ 2000, σ. 501 επ.
14. Βλ. και ΟλΑΠ 40/1998, ΝοΒ 1999, σ. 752, όπου και σημείωμα Ι. Καράκωστα, Γ. Κασιμάτη, Η απόφαση ΟλΑΠ 40/1998 κ.λπ. ΝοΒ 1999, σ. 705 επ., Δ 26.346, όπου και σημ. Κ. Μπέη, ΟλΑΠ 13/2000, Αρμ 2000, σ. 1524, όπου και σημείωμα Κ. Χορομίδη, και ιδίως ΟλΑΠ 10/2004 ό.π., ΟλΑΠ 11/2004 ό.π., ΟλΑΠ 31.2005 ό.π. ΑΠ 1368/2005, ΕλλΔνη 2008μ σ. 732.
15. Βλ. υποσημείωση 14 και απόφαση ΕΔΔΑ της 19.9.2002, Αζάς κατά Ελλάδας (Αρμ 2002, σ. 1887, με παρατηρήσεις Δημ. Λέντζη=Δ 2004, σ. 107 με παρατηρήσεις Ευαγ. Μπαλογιάννη=ΕλλΔνη 2004, σ. 54 με παρατηρήσεις Γ. Χριστονάκη). Γενικότερα για τα ζητήματα προσαρμογής της έννομής μας τάξης στη νομολογία του ΕΔΔΑ, μετά την απόφαση Αζάς βλ. και Κ. Χορομίδη, Ουσιώδης μεταστροφή της νομολογίας στο δίκαιο προστασίας της ιδιοκτησίας, ΕλλΔνη 2004, σ. 1282 επ.
16. ΟλΑΠ 3/1996, ΝοΒ 1997, σ. 198, ΑΠ 1898/1999, ΕΕΝ 2001, σ. 480.
17. Κ. Χορομίδη, Η αναγκαστική απαλλοτρίωση, έκδ. δ΄ 2008, § 6 σελ. 50 επ., § 7 σελ. 64 επ.
18. Jus utendi et abutendi.
19. La propriété est sacrée et inviolable.
20. Κ. Αρμενόπουλος, Προχείρου Νόμων ή Εξάβιβλος, επιμ. Κ. Πιτσάκη, βιβλ. δεύτ., § 71, σ. 132, άρθρα 1003-1005 ΑΚ.
21. Μ. Δεκλερή, Ο δωδεκάδελτος του περιβάλλοντος, Ι. Καράκωστα, Περιβάλλον και δίκαιο (2000), Γ. Παπαδημητρίου, Το περιβαλλοντικό Σύνταγμα, θεμελίωση περιεχόμενο και λειτουργία, Νόμος και Φύση 1994μ σ. 375 επ., Α. Τάχος, Διοικητικό δίκαιο, 1990, σ. 389 επ., 392 επ., Κ. Χορομίδη, Το δίκαιο της ρυμοτομίας και του πολεοδομικού σχεδιασμού, έκδ. β΄ 2002, § 8 σελ. 101 επ.
22. Α. Κομνηνού, Η σύγκρουση του δικαιώματος επί του περιβάλλοντος και του δικαιώματος ιδιοκτησίας στη νομολογία του ΣτΕ, ΕΔΔΔ 1992, σ. 201 επ., Γ. Γιαννακούρου, Περιβάλλον και ιδιοκτησία. Η νομολογία του ΣτΕ υπό το φως της ΕΣΔΑ, ΕυρΠολ 3/2008, σ. 617.
23. ΣτΕ 3682/1986, ΤοΣ 1986, σ. 461, Λ. Σιόντη-Γεωργίου, Η συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που αφορούν το περιβάλλον, ΤοΣ 1983, σ. 183 επ., 128 επ.
24. Α. Μάνεση, Συνταγματικά δικαιώματα, α΄ ατομικές ελευθερίες, 1982, σελ. 64, 65 επ.
25. ΟλΣτΕ 2282/1992 ΕΔΔΔ 1992.563.
26. K. Ρώτη, Aνοίγματα της νομολογίας για την προστασία του περιβάλλοντος, σελ. 22, A. Σακελλαροπούλου, Σκέψεις για το πρόβλημα του περιβάλλοντος από τη νομική σκοπιά (1982) σελ. 290, Aν. Πόρτογλου-Mιχαήλ, Ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 24 Συντ. 1975, TοΣ 1978, σ. 665 (σχόλια στη ΣτE 1491/1978, TοΣ 1978, σ. 553), OλΣτE 3146/1986, EλλΔνη 1986, σ. 1231, OλΣτE 1941/1978, EΔΔΔ 1978, σ. 553, OλΣτE 2801/1991, Aρμ 1991, σ. 1149.
27. Λευτεριώτου, ό.π. σελ. 167 επ., 216 επ., για τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α., υπόθεση Lucas, σ. 232 επ., στην οποία αναγνωρίσθηκε δικαίωμα αποζημίωσης για την απαγόρευση δόμησης ακινήτου σε παραλιακή ζώνη, γιατί ο ιδιοκτήτης στερούνταν την επωφελή χρήση της ιδιοκτησίας του.
28. ΣτΕ 982/2005, ΟλΣτΕ 3135/2002, ΝοΒ 2003, σ. 564, 1108, ΣτΕ 4575/1998, ΣτΕ 1424/1990.
29. Ν. Ρόζου, Πολεοδομικό δίκαιο και περιορισμοί της ιδιοκτησίας. Ο πρωτογενής καθορισμός του περιεχομένου της κυριότητας επί ακινήτων και ειδικών αγαθών και οι περαιτέρω περιορισμοί του, www.nomosphysis.org.gr/articles, Ιούλιος 2007 και, στον ίδιο δικτυακό τόπο, Κ. Κουσούλη, Χωροταξικός σχεδιασμός και προστασία φυσικού περιβάλλοντος, Οκτώβριος 2008, Ν. Ρόζου, Παρατηρήσεις (επί των αποφάσεων του ΕΔΔΑ στις Υποθέσεις Ζαντε και Ξενοδοχεία Κρήτης), ΘΠΔΔ 4/2008, σ. 476, Γ. Παναγιωτόπουλου, Η αστική ευθύνη του Δημοσίου εν σχέσει με την προστασία του περιβάλλοντος, ΤοΣ 2008, σ. 295.
30. Βλ. Α. Σβώλου, Η έρευνα της συνταγματικότητας του νόμου. Νομικαί μελέται, σ. 221, Δ 1927, σ. 227 επ., Γ. Κουσουλάκου, Μελέται φιλοσοφίας, γενικής θεωρίας και πρακτικής του δικαίου, 1948, σ. 15 υποσημ. 15, αναφορά στον J. Berthélémy.
31. ΕΔΔΑ, απόφαση της 23.9.1982, Sporrong και Lönnrοth, ΕΕΕυρΔ 1982, σ. 374, απόφαση της 19.12.1982, Mellacher και άλλοι κατά Αυστρίας, όπου κρίθηκε θέμα μίσθωσης ως προς το ύψος του μισθώματος με βάση την αρχή της δίκαιης ισορροπίας. Η προσφυγή κρίθηκε αβάσιμη. Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 17.1.2002, Τσιρικάκης κατά Ελλάδας, απόφαση της 26.6.1996, Van Marle και λοιποί κατά Ολλανδίας, σχετική με πελατεία εμπορικής επιχείρησης, § 41, απόφαση της 7.7.1989, Tre Tracktorer ΑΒ κατά Σουηδίας, 53, απόφασης της 21.2.2008, Ανώνυμη Τουριστική Εταιρία «Ξενοδοχεία Κρήτης» κατά Ελλάδας § 42, βλ. και Π. Στάγκο, Η δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη, 2004, σελ. 76. Κ. Μπέη, Η διδασκαλία του καθηγητή κ. G. Baumgärtel, Δ 26 (1981), σ. 21. Για το σεβασμό της περιουσίας (ήρεμη απόλαυση) του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου και την προστασία των ενοχικών δικαιωμάτων, την παραγραφή ενοχικών αξιώσεων κ.λπ. βλ. Κ. Μπέη, Δ 26 (1981), σ. 37 επ., Κ. Χορομίδη, Η αναγκαστική απαλλοτρίωση, δ΄ έκδ. 2008, § 12 ΑΙ, σ. 105 επ., 12 Α ΙΙΙ, σ. 116 επ., 125 επ., Ι. Χορομίδη, Ο νέος Κ.Α.Α.Α. υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ, ΕλλΔνη 2002, σ. 1601 επ.
32. Ι. Σαρμά, Κράτος και δικαιοσύνη, σελ. 225 επ., όπου και αποφάσεις του ΕΔΔΑ προστασίας της περιουσίας, Ι. Χορομίδη, Αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, σ. 204, με ενδεικτική βιβλιογραφία για την ΕΣΔΑ στη σ. 45.
33. Βλ. αντί άλλων ΟλΑΠ 6/2007, ΕλλΔνη 2007, σ. 797 = Δ 2008, σ. 28 με παρατηρήσεις Ε. Μπαλογιάννη.
34. ΣτΕ 982/2005, ΟλΣτΕ 3135/2002, ΣτΕ 4575/1998, ΟλΣτΕ 3146/1986.
35. ΕΔΔΑ απόφαση της 6.12.2007, ΖΑΝΤΕ-Μαραθωνήσι κατά Ελλάδας, απόφαση της 21.2.2008, Ανώνυμη Τουριστική Εταιρεία Ξενοδοχεία Κρήτης κατά Ελλάδας, §§ 7, 43, 52 και 53, Γ. Γιαννακούρου, Περιβάλλον και ιδιοκτησία. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό το φως της ΕΣΔΑ,  ΕυρΠολ 3/2008, σ. 617, Κ. Κουσούλη, όπ.π., Ν. Ρόζου, Παρατηρήσεις (επί των δύο πρώτων χρονολογικά αποφάσεων), ΘΠΔΔ 4/2008, σ. 476, Λ. Κιουσοπούλου, Περιβάλλον και ιδιοκτησία: το τέλος των αμάχητων τεκμηρίων; ΘΠΔΔ 2/2008, σ. 219. Πρβλ. επίσης Ε. Λεφτεριώτου, Ιδιοκτησία και περιβάλλον, 2007, σ.  171 επ.,  Α. Σίνη, Η δόμηση στις εκτός σχεδίου περιοχές και η προστασία του περιβάλλοντος στην ελληνική έννομη τάξη, www.nomosphysis.org.gr/articles, Μάρτιος 2009. Για τον προβληματισμό που είχε αναπτυχθεί παλαιότερα, βλ. Γ. Δρόσου, Συνταγματικοί περιορισμοί της ιδιοκτησίας και αποζημίωση, 1997, passim, Ελληνική Εταιρεία Δικαίου του Περιβάλλοντος, Δικαίωμα ιδιοκτησίας. Προστασία του περιβάλλοντος, 2003, passim. Το ΕΔΔΑ με την απόφασή του της 28.5.2009 στην υπόθεση ZANTE – Μαραθωνήσι καταδίκασε την Ελλάδα σε καταβολή δίκαιης ικανοποίησης ύψους 2.000.000 ευρώ.
36. Δ. Χριστοφιλόπουλος, Δόμηση εκτός σχεδίου πόλεως, 2007. Πληθωρική είναι η νομολογία του ΣτΕ από πολλές δεκαετίες, για τα νομικά ζητήματα που προκύπτουν από την ειδική νομοθεσία περί δόμησης εκτός σχεδίου.
37. Άρθρο 4 §§ 1 και 5 Συντ.: 4 § 1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 4 § 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Άρθρο 5 § 1 Συντ.: 1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Άρθρο 2 § 1 Συντ.: 1. Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.
38. Βλ. υποσημ. 36.
39. Για την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης βλ. ΟλΣτΕ 602/2003, ΝοΒ 2004, σ. 124, Αρμ 2003, σ. 711.
40. ΣτΕ 982/2005, ΣτΕ 695-696/1986, ΟλΣτΕ 1124/1994, ΣτΕ 1169/1994, ΟλΣτΕ 4953/1995, ΣτΕ 784/1999, ΣτΕ 3848/2005.
41. Βλ. υποσημείωση αριθμ. 36 και την απόφαση του ΕΔΔΑ της 28.5.2009, για τη δίκαιη ικανοποίηση στην υπόθεση ΖΑΝΤΕ-Μαραθωνήσι.
42. ΣτΕ 3146/1986.
43. Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο, Ατομικά δικαιώματα, 2ος τόμος, 1991, §§ 1220, 1221, 1222, 1239, 1245. Λ. Θεοχαρόπουλος, Η αρχή της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη και η αστική ευθύνη του Κράτους (1988,) σελ. 157, υποσημ. 63, όπου και παρατ.ηρήσεις Φ. Βεγλερή, Κ. Χορομίδη, Η αναγκαστική απαλλοτρίωση, (έκδ. Δ΄ 2008), § 152, σ. 212.