Θέματα αποζημιώσεως συνεπεία χωροταξικού σχεδιασμού

1)Πληρέστερη ανάλυση του θέματος από τον συγγραφέα στο άρθρο του «Ζητήματα αποζημιώσεως από νομικές πράξεις, ιδίως χωροταξικού σχεδιασμού», in Χαριστήριο εις Λουκά Θεοχαρόπουλο και Δήμητρα Κοντόγιωργα Θεοχαροπούλου, τ. ΙΙ, σ. 629 επ.

Α. Γενική τοποθέτηση

1. Το Δημόσιο υπέχει αστική ευθύνη, πλην άλλων, από παράνομη πράξη του, ανεξαρτήτως του είδους της παρανομίας της (ΕισΝΑΚ), καθώς και από νόμιμη νομική πράξη του οιασδήποτε μορφής (τυπικού νόμου, κανονιστική διοικητική πράξη κλπ). Στη δεύτερη περίπτωση είναι ακριβέστερο να ομιλούμε για αστική ευθύνη από τις συνέπειες των νόμιμων αυτών νομικών πράξεων. Ειδικότερα:

Κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Τα δημόσια αυτά βάρη είναι δύο ειδών:

α) Τα δημόσια βάρη γενικής θυσίας, τα οποία επιβάλλονται προς ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος και που ως εκ της φύσεώς τους κατανέμονται σε όλην την κοινωνία (π.χ. τα φορολογικά) ή σε ολόκληρη κατηγορία πολιτών (ποσοτικοί περιορισμοί αγαθών, ενοικιοστάσιο).

β) Τα δημόσια βάρη ειδικής θυσίας, τα οποία επίσης επιβάλλονται προς ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος αλλά εις βάρος μεμονωμένων πολιτών. Έχουν έτσι ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία ρωγμή στην αρχή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών, η οποία εξαλείφεται με την καταβολή αποζημιώσεως από το Κράτος στους ζημιωθέντες προς επανόρθωση της ζημίας τους (π.χ. αναγκαστική απαλλοτρίωση, απαγόρευση κυκλοφορίας ενός προϊόντος που κατασκευάζουν μία ή δύο μόνο εταιρείες). Στην περίπτωση δηλαδή αυτή, για την ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος, είναι απαραίτητη κάποια επιβάρυνση ελαχίστων. Αναγκαίο αποτέλεσμα τούτου είναι ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, ζημιουμένων ανίσως ορισμένων ελαχίστων. Με την αποζημίωσή τους εξαλείφεται η ανισότητα και αποκαθίσταται η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών.

Περαιτέρω, δεδομένου ότι η αρχή της ισότητας δεν μπορεί να καταλήγει σε απολύτως αυστηρά αποτελέσματα, δεχόμεθα ότι συνδέεται με κάποιο βαθμό ανεκτικότητας εκ μέρους των πολιτών, ο οποίος δημιουργεί δικαίωμα αποζημιώσεως μόνον εάν παραβιάζεται. Η ζημία, δηλαδή, πρέπει να είναι ασυνήθης και η σύγκριση λαμβάνει χώρα μεταξύ του μεγέθους της ζημίας και του συνόλου της οικονομικής δραστηριότητας ή καταστάσεως του ζημιωθέντος, λαμβανομένης υπόψη και της γενικής αρχής περί συμψηφισμού ζημίας και κέρδους από τη σύννομη ζημιογόνο νομική πράξη. Ήδη π.χ. από την αρχή του 20ου αιώνα ο Άρειος Πάγος είχε δεχθεί τα εξής: Περιοχή χαρακτηρίζεται αρχαιολογική και, εν συνεχεία, λόγω αυτού, απορρίπτεται αίτηση λατομεύσεώς της. Κρίνεται ότι η άρνηση είναι νόμιμη, πλην οφείλεται αποζημίωση υπό την προϋπόθεση ότι η λατόμευση είναι η μόνη δυνατή ή η κυριότερη εκμετάλλευση του ακινήτου.2)Βλ. για όλα αυτά το βασικό έργο του Λ. Θεοχαρόπουλου, Η αρχή της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη και η αστική ευθύνη του Κράτους, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη 1988.

Το γενικό αυτό πλαίσιο που δημιούργησε η νομολογία του Γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας (CE)3)Αρχής γενομένης από την απόφασή του της 14.1.1938, La Fleurette, D. 1938, 3, 41, σημ. Rolland. δέχεται και το ΔΕΚ: «Συνεπώς δεν στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας λόγω νόμιμης πράξεως, όπως εν προκειμένω, παρά μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικώς οι τρεις προϋποθέσεις που υπομνήσθησαν στις δύο προηγούμενες σκέψεις, ήτοι το υποστατό της φερομένης ζημίας, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω ζημίας και της πράξεως που προσάπτεται στα όργανα της Κοινότητας καθώς και ο ασυνήθης και ειδικός χαρακτήρας της ζημίας αυτής».4)ΔΕΚ, απόφαση της 15.6.2000, Dorsch Consult Ingenieurgesellschaft mbH κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (υπόθεση C-237/98P), Συλλογή 2000, Ι-4549, σκέψη 19, όπου και παραπομπή σε νομολογία.

Όπως ήδη ελέχθη, ο ειδικός χαρακτήρας της ζημίας σημαίνει ότι ζημιούται κάποιος ή ένας περιορισμένος αριθμός προσώπων από τα ευρισκόμενα υπό όμοιες συνθήκες. Π.χ. δεν υπάρχει ειδικός χαρακτήρας όταν θίγονται όλοι οι κάτοικοι μιας περιοχής ή το σύνολο ενός επαγγέλματος. Ζημιούνται όμως από την κατάργηση του νόμου του ενοικιοστασίου οι ιδιοκτήτες ακινήτων ενοικιαζομένων σε οικογένειες γάλλων στρατιωτικών που υπηρετούν στην Αλγερία κατά τη διάρκεια της εξεγέρσεώς της κατά της Γαλλίας, ως προς τα οποία ο νόμος περί ενοικιοστασίου εξακολουθεί να ισχύει όσο οι στρατιωτικοί αυτοί εξακολουθούν να υπηρετούν στην Αλγερία.5)CE 25.1.1963, Bovero, A.J.D.A. 1963, σ. 124, chr. Gentot και Fourré, σ. 94.

Η δε ειδική ζημία πρέπει να είναι άμεση. Και τούτο συμβαίνει όχι όταν αίρεται με τη νομική πράξη κάποια δυνατότητα γενικώς παρεχόμενη σε κατηγορία πολιτών από το νομικώς υφιστάμενο και μεταβαλλόμενο από τη νομική αυτή πράξη καθεστώς, αλλά όταν συνέπεια της εν λόγω νομικής πράξεως είναι η άρση ειδικώς και νομίμως επιτραπείσης σε κάποιο πολίτη πραγματώσεως της δυνατότητας αυτής. Τούτο συμβαίνει π.χ. όταν υπέρ του πολίτη αυτού έχει εκδοθεί νόμιμη ατομική διοικητική πράξη εν ισχύι κατά την εμφάνιση της νόμιμης ζημιογόνου νομικής πράξεως, η οποία πλέον αποκλείει ή επιτρέπει υπό δυσμενέστερους όρους την έκδοση μιας τέτοιας ατομικής διοικητικής πράξεως. Στο πνεύμα αυτό κινείται κατ’ αρχήν, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή υποτιθέμενης αποζημιώσεως, και η ισχύουσα νομοθεσία στην περίπτωση μεταβολής όρων δομήσεως, χρήσεων κλπ. 6)Άρθρ. 26 Ν. 2831/2000, όπως ισχύει. Η προϋπόθεση αυτή ταυτίζεται εν πολλοίς με την αρχή της εμπιστοσύνης. Το CE το δέχεται κατ’ αρχήν όταν υφίσταται η νόμιμη τελική ατομική πράξη7)Βλ. αναλυτικά τη νομολογία και σχόλιο σε J.–P. Gilli/H. Charles/J. de Lanversin, Les grands arrêts du droit de l’ urbanisme, Sirey, Paris 1989, σ. 102 επ., το δε ΔΕΚ προσθέτει ότι εξετάζεται και αν ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι επίκειται η επιζήμια γι’ αυτόν νομική πράξη.8) ΔΕΚ απόφαση της 13.6.1978, British Beef κατά IBAP (υπόθεση 146/77), Συλλογή 1978, 1347, 1355. Επίσης προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην απόφαση ΔΕΚ της 6.12.1984, SA Biovilac ΝV κατά ΕΟΚ, (υπόθεση 59/83), Συλλογή. 1984, 4090 και 4091. Το αυτό φαίνεται να δέχεται βασικώς, αν και με διαφορετικές συνθήκες, και η πρόσφατη ΣτΕ 3111/2008 (κατάτμηση δάσους από οικοδομικό συνεταιρισμό ενώ η μεταβολή της μορφής του απαγορευόταν από τη νομοθεσία και είχε τεθεί όρος στην επιτρέψασα την κατάτμηση διοικητική πράξη να διατηρηθεί η μορφή του δάσους).

Τέλος, εφόσον η κατάσταση εμπιστοσύνης δημιουργείται από νόμιμη διοικητική πράξη, είναι προφανές ότι η νομιμότητά της θα εξεταστεί παρεμπιπτόντως από το δικαστή της αποζημιώσεως.9)Βλ. με το πνεύμα αυτό ΣτΕ 325/2009.

Β. Η ελληνική έννομη τάξη

Ως γνωστόν, το ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 24 § 6 την αποζημίωση των θιγομένων από μέτρα για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Σχετικές είναι οι διατάξεις των άρθρ. 17 και 12 του Ν. 3028/2002. Είναι μία κλασσική περίπτωση ειδικής και ασυνήθιστης ζημίας, εφαρμογή δε της συνταγματικής αυτής διατάξεως έχουμε από το ΣτΕ ήδη από το 1986.

Αντίστοιχη περίπτωση έχουμε με μέτρα προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Δεν υπάρχει ειδική συνταγματική διάταξη περί αποζημιώσεως στην περίπτωση αυτή. Αποζημίωση προβλέπεται από το άρθρο 22 του Ν. 1650/1986, εάν η ζημία είναι ασυνήθης. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι και εάν η διάταξη αυτή δεν υπήρχε, το δικαίωμα αποζημιώσεως θα θεμελιωνόταν στο άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται και η πρόσφατη ΣτΕ 3111/2008, μολονότι χρησιμοποιεί την έκφραση «ανεξαρτήτως αν η διάταξη του άρθρου 4 § 5 του Συντάγματος θεμελιώνει ευθύνη αποζημιώσεως από νόμιμες πράξεις». Οι δε προϋποθέσεις της ασυνήθους και ειδικής ζημίας είχαν ήδη γίνει δεκτές στην ειδικότερη γνώμη της πλειοψηφίας στην ΣτΕ Ολ. 22/2007, που στήριξε στο άρθρ. 4 § 5 τη δικαστική προστασία πολίτη στον οποίο είχε απαγορευθεί η αναγκαστική εκτέλεση κατά αλλοδαπού δημοσίου.

Στο σημείο αυτό ας παρατηρήσουμε ότι το ΕΔΔΑ φαίνεται να αποκλίνει των ανωτέρω δεδομένων σε τρία σημεία. 10)Βλ. τις παρατηρήσεις του Ν. Ρόζου στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 1.6.2006 (Ζάντε Μαραθονήσι ΑΕ και οριστική της 6.12.2007) και της 21.2.2008 (Ανώνυμη Τουριστική Εταιρεία «Ξενοδοχεία Κρήτης», ΘΠΔΔ 2008, σ. 467 επ.

Πρώτον, θεωρεί ότι δεν χρειάζεται η έκδοση νόμιμης ατομικής διοικητικής πράξης επιτρεπούσης κάποια δραστηριότητα ή έργο εν ισχύι τη στιγμή της μεταβολής του νομικού καθεστώτος, όντος μάλιστα αδιαφόρου αν χρειάζεται να εκδοθούν πολλές τέτοιες πράξεις, από διαφόρους φορείς, προκειμένου να επιτευχθεί το επιτρεπόμενο από το ανατρεπόμενο νομικό καθεστώς. Αρκεί π.χ. ότι είχε εγκριθεί το καταστατικό μιας εταιρείας με σκοπό την άσκηση της δραστηριότητας και γνωμοδοτήσει μία από τις αρμόδιες υπηρεσίες προκειμένου να εκδοθεί μία από τις απαιτούμενες διοικητικές πράξεις, η οποία ουδέποτε εκδόθηκε διότι δεν επιτρεπόταν πλέον να εκδοθεί. Ή ότι είχε εκδοθεί μία από τις προβλεπόμενες πράξεις και μάλιστα κατά παράβαση της νόμιμης σειράς εκδόσεως.11)ΣτΕ 3965/1976. Εν πάση περιπτώσει, το ΕΔΔΑ φαίνεται όμως να δέχεται κάποια εκδήλωση ενδιαφέροντος για τη δημιουργία μιας επιτρεπόμενης από την ανατρεπόμενη νομοθεσία καταστάσεως, καθώς και ότι η ανοχή μιας μη νόμιμης καταστάσεως, αν δεν έχει αναγνωρισθεί ρητώς, δεν δημιουργεί κατάσταση εμπιστοσύνης.12)ΕΔΔΑ, απόφαση της 27.11.2007, Hamer κατά Βελγίου.

Δεύτερον, φαίνεται να θεωρεί ότι δημιουργείται κατάσταση εμπιστοσύνης μολονότι ο ζημιούμενος αποδέχεται μία κατάσταση επικινδυνότητας, αγοράζοντας π.χ. ακίνητο σε περιοχή όπου κατά την ισχύουσα νομοθεσία είναι δεδομένο ότι μπορεί να απαγορευθεί η δόμηση ή να επιτραπεί υπό αυστηρούς όρους.

Τρίτον, ενώ αρχικά φαινόταν να δέχεται ότι η ζημία δεν πρέπει να είναι ασυνήθης, ότι αρκεί δηλαδή να έχει προκληθεί οιαδήποτε ζημία, τώρα φαίνεται να δέχεται το ασύνηθες της ζημίας. 13)ΕΔΔΑ, απόφαση της 11.12.2008, Θεοδωράκης κατά Ελλάδος, σκέψη 61.

Γ. Το ζήτημα της αποζημιώσεως στο χωροταξικό σχεδιασμό

Είναι δυνατόν να μιλάμε για ευθύνη του Κράτους κατά τα ανωτέρω λόγω της θεσπίσεως διατάξεων χωροταξικού σχεδιασμού ή διατάξεων ισοδυνάμου, τελικώς, αποτελέσματος;

Ως γνωστόν, πριν το Σύνταγμα του 1975, υπήρχε σε επίπεδο νόμου η διάκριση μεταξύ περιοχών εντός και εκτός σχεδίου, υπήρχαν δε και διατάξεις περί βιομηχανικών περιοχών. Η νομοθεσία περί εκτός σχεδίου δομήσεως επέτρεπε ισοπεδωτικώς με τους αυτούς όρους σχεδόν τα πάντα σε όλη την εκτός σχεδίου Ελλάδα, αδιαφόρως της επί μέρους μορφής της. Το ΣτΕ είχε συναγάγει ότι τουλάχιστον στις εντός σχεδίου περιοχές, προορισμός των ακινήτων είναι η οικοδόμησή τους σύμφωνα με όρους και περιορισμούς που τίθενται με αντικειμενικά κριτήρια και όχι σύμφωνα με την πρόθεση του ιδιοκτήτη τους και ότι, συνεπώς, οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί δεν επιτρέπεται να αφανίζουν ή να καθιστούν αδρανή την ιδιοκτησία σε σχέση με τον προορισμό αυτό.

Το Σύνταγμα του 1975 προβλέπει σαφέστατα το χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό για τη διαμόρφωση, ανάπτυξη, πολεοδόμηση και επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών, τον ορισμό των οποίων δίνει ο Ν. 947/1979. Είναι οι εδαφικές εκτάσεις οι οποίες, λόγω της θέσεως και της φυσικής διαμορφώσεως του εδάφους και των συνθηκών που κρατούν σε αυτές, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για οικοδόμηση και την δι’ αυτής εξυπηρέτηση της διαβιώσεως και της οργανωμένης κοινωνικής ζωής και παραγωγικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Ο ορισμός αυτός ισχύει γενικώς και περιλαμβάνει κάθε μορφή που εξυπηρετεί τον ανωτέρω σκοπό: Περιοχές σχεδίων κατά το Ν.Δ. του 1923, οικισμούς προ αυτού, π.ο.π.α., εκτάσεις οικοδομικών συνεταιρισμών, π.ε.ρ.π.ο., βιομηχανικές περιοχές, ξενοδοχειακά καταλύματα.

Υπάρχει επομένως εκ του Συντάγματος διάκριση του προορισμού των ακινήτων που περιλαμβάνονται σε πόλεις και οικιστικές εν γένει περιοχές και των εκτός αυτών ακινήτων τα οποία δεν έχουν βεβαίως τον προορισμό αυτό.

Αναφερόμενο εξ άλλου το Σύνταγμα στο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, αναφέρεται σε αυτόν με την επιστημονική του έννοια, όπως είχε ήδη δοθεί με το Ν. 360/1976, εννοεί δηλαδή σχεδιασμό χωρικώς και σχεδιαστικώς πολυεπίπεδο και πολυτομεακό.

Τίθενται συνεπώς τα εξής ζητήματα:

α) Προβαίνοντας σε αυτή τη διάκριση το Σύνταγμα, δεσμεύεται άραγε ipso facto να αποζημιωθούν όλοι οι ιδιοκτήτες ακινήτων των οποίων τα ακίνητα δεν ευρίσκονται εντός των ήδη υφισταμένων κατά την έναρξη της ισχύος του οικιστικών περιοχών;

Είναι προφανές ότι η απάντηση είναι αρνητική διότι δεν πρόκειται καν για βάρος, αλλά για το πρώτον καθορισμό σε τέτοιο επίπεδο του προορισμού των ακινήτων του συνόλου της Χώρας εν όψει της χωρικής της αναδιατάξεως. Τα δε ήδη έχοντα προορισθεί ως οικιστικά, δεν μεταβάλλουν εκ του Συντάγματος προορισμό, όπως σαφέστατα συνάγεται. Και υπό την εκδοχή όμως ότι πρόκειται για βάρος, πάντως δεν πρόκειται για βάρος ειδικής θυσίας εφ’ όσον αφορά το σύνολο των ιδιοκτητών ακινήτων της Χώρας.

β) Κατά μείζονα λόγο δεν υπάρχει ευθύνη, για τον αυτό λόγο, από τις νόμιμες νομικές πράξεις με τις οποίες εμφανίζονται στο νομικό κόσμο τα χωροταξικά εργαλεία και τα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια. Θέμα αποζημιώσεως θα τεθεί βέβαια μόνον εάν οι ιδιοκτήτες ακινήτων συγκεκριμένων περιοχών υφίστανται ειδική θυσία για την προστασία στοιχείου της φύσης ή της πολιτιστικής κληρονομιάς. Όπως δηλαδή ένας ιδιοκτήτης ακινήτου οικιστικής περιοχής δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δικαιούται αποζημιώσεως γιατί η περιοχή όπου αυτό ευρίσκεται από κεντρική έγινε γενικής κατοικίας, ή γιατί ο συντελεστής δομήσεως από 1,6 έγινε 0,8, έτσι και ο ιδιοκτήτης ακινήτου εντός ΣΧΟΟΑΠ δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δικαιούται αποζημιώσεως γιατί η περιοχή όπου αυτό ευρίσκεται χαρακτηρίστηκε αγροτική περιοχή και όχι ΖΑΠΔ.

Άλλο δε είναι το ζήτημα αν τέτοια σχέδια ή ειδικοί νόμοι περιέχουν μεταβατικές διατάξεις υπέρ εχόντων ήδη τύχει ευνοϊκών γι’ αυτούς ατομικών διοικητικών πράξεων με τις οποίες επιτρέπεται έργο ή δραστηριότητα μη επιτρεπόμενη πλέον, όχι βέβαια για προστασία πολιτιστικών αγαθών ή του φυσικού περιβάλλοντος. Το θέμα που μπορεί να τεθεί, αντιστρόφως όμως, είναι το εξής: Είναι ανεκτές τέτοιες μεταβατικές διατάξεις, και μάλιστα ως πάγιες, για οποιοδήποτε σχέδιο οπουδήποτε στη χώρα, εάν έτσι ανατρέπεται ο επιδιωκόμενος σχεδιασμός;14)Βλ. το άρθρο 26 του Ν. 2831/2000, όπως ισχύει. Δίνω το εξής παράδειγμα για να γίνω αντιληπτός: Έστω ΣΧΟΟΑΠ που καθορίζει μία περιοχή του ως παραθεριστικής κατοικίας με αρτιότητα 1.500 τ.μ. σε σύνολο οικοδομήσιμων χώρων 100 στρεμμάτων. Κτίζονται έτσι 100.000 : 1.500 = 66 κατοικίες σε οικόπεδο 1.500 τ.μ. η κάθε μία, θεωρουμένου έτσι από το νομοθέτη ότι η περιοχή, υπό τους όρους αυτούς, είναι παραθεριστική. Παραλλήλως, έχουν ήδη εκδοθεί 40 οικοδομικές άδειες υπό το προγενέστερο καθεστώς που προέβλεπε κατά παρέκκλιση αρτιότητα 750 τ.μ. Από το σύνολο των οικοδομήσιμων χώρων, επομένως, αφαιρούνται 40 Χ 750 = 30.000 τ.μ., στα οποία ανεγείρονται 40 οικοδομές σε οικόπεδο 750 τ.μ. η κάθε μία. Και στα εναπομένοντα 70.000 τ.μ. κτίζονται 70.000 : 1.500 = 46 οικοδομές σε οικόπεδο των 1.500 τ.μ. η κάθε μία. Ερωτάται αν υπό τις συνθήκες αυτές η περιοχή εξακολουθεί πλέον για το νομοθέτη να είναι παραθεριστική.

Εν συμπεράσματι: Τι γίνεται μέχρις ότου ολοκληρωθεί σε όλη τη Χώρα ο χωροταξικός σχεδιασμός και καθορισθούν οι οικιστικές της περιοχές; Εξακολουθούν να ισχύουν για το σύνολο των μη οικιστικών περιοχών οι διατάξεις του π.δ/τος περί εκτός σχεδίου πόλεως δομήσεως; Και, συνεπώς, μέχρις ότου ολοκληρωθεί ο χωροταξικός σχεδιασμός, αποζημιώνονται οι ιδιοκτήτες των ακινήτων με την αξία που έχουν βάσει των διατάξεων αυτών; Με άλλα λόγια: Υφίσταται νόμιμη κατάσταση από συνταγματική άποψη;

Διατάξεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία οικιστικής περιοχής με μεμονωμένη δόμηση είναι οπωσδήποτε, μετά την πρόβλεψη των εργαλείων του χωροταξικού σχεδιασμού και την έγκριση των περιφερειακών σχεδίων ανίσχυρες. Τούτο είχε γίνει νομολογιακώς δεκτό και πριν την πρόβλεψη των ανωτέρω εργαλείων.15)Βλ. π.χ. ΣτΕ 5248/1995. Κατά συνέπεια, και οι έχουσες εκδοθεί υπέρ ιδιοκτητών ακινήτων ατομικές διοικητικές πράξεις δεν δημιουργούν κατάσταση εμπιστοσύνης. Θέμα αποζημιώσεως θα τεθεί λόγω του μη νομίμου των πράξεων αυτών, λαμβανομένου πάντως υπ’ όψη του συντρέχοντος πταίσματος των ιδιοκτητών, κατά τα ανωτέρω.

Κατά μείζονα λόγο είναι ανίσχυρες και οι διατάξεις περί μεμονωμένης εκτός σχεδίου δομήσεως, τα περίφημα 4 στρέμματα με τις παρεκκλίσεις τους, ως εξ ορισμού αντίθετες προς κάθε έννοια χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. Τούτο θα έπρεπε να έχει ήδη γίνει δεκτό από τη νομολογία από την ίδια εποχή. Και, βεβαίως, δεν τίθεται, κατά τα ανωτέρω, κανένα θέμα αποζημιώσεως. Πολύ δε περισσότερο για εκείνους που θα επιδιώξουν κάτι τέτοιο μετά τη νομολογιακή αναγνώριση, διότι διακινδυνεύουν κάτι τέτοιο.

Παραπομπές   [ + ]

1. Πληρέστερη ανάλυση του θέματος από τον συγγραφέα στο άρθρο του «Ζητήματα αποζημιώσεως από νομικές πράξεις, ιδίως χωροταξικού σχεδιασμού», in Χαριστήριο εις Λουκά Θεοχαρόπουλο και Δήμητρα Κοντόγιωργα Θεοχαροπούλου, τ. ΙΙ, σ. 629 επ.
2. Βλ. για όλα αυτά το βασικό έργο του Λ. Θεοχαρόπουλου, Η αρχή της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη και η αστική ευθύνη του Κράτους, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη 1988.
3. Αρχής γενομένης από την απόφασή του της 14.1.1938, La Fleurette, D. 1938, 3, 41, σημ. Rolland.
4. ΔΕΚ, απόφαση της 15.6.2000, Dorsch Consult Ingenieurgesellschaft mbH κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (υπόθεση C-237/98P), Συλλογή 2000, Ι-4549, σκέψη 19, όπου και παραπομπή σε νομολογία.
5. CE 25.1.1963, Bovero, A.J.D.A. 1963, σ. 124, chr. Gentot και Fourré, σ. 94.
6. Άρθρ. 26 Ν. 2831/2000, όπως ισχύει.
7. Βλ. αναλυτικά τη νομολογία και σχόλιο σε J.–P. Gilli/H. Charles/J. de Lanversin, Les grands arrêts du droit de l’ urbanisme, Sirey, Paris 1989, σ. 102 επ.
8. ΔΕΚ απόφαση της 13.6.1978, British Beef κατά IBAP (υπόθεση 146/77), Συλλογή 1978, 1347, 1355. Επίσης προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην απόφαση ΔΕΚ της 6.12.1984, SA Biovilac ΝV κατά ΕΟΚ, (υπόθεση 59/83), Συλλογή. 1984, 4090 και 4091.
9. Βλ. με το πνεύμα αυτό ΣτΕ 325/2009.
10. Βλ. τις παρατηρήσεις του Ν. Ρόζου στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 1.6.2006 (Ζάντε Μαραθονήσι ΑΕ και οριστική της 6.12.2007) και της 21.2.2008 (Ανώνυμη Τουριστική Εταιρεία «Ξενοδοχεία Κρήτης», ΘΠΔΔ 2008, σ. 467 επ.
11. ΣτΕ 3965/1976.
12. ΕΔΔΑ, απόφαση της 27.11.2007, Hamer κατά Βελγίου.
13. ΕΔΔΑ, απόφαση της 11.12.2008, Θεοδωράκης κατά Ελλάδος, σκέψη 61.
14. Βλ. το άρθρο 26 του Ν. 2831/2000, όπως ισχύει.
15. Βλ. π.χ. ΣτΕ 5248/1995.