Το δικαίωμα στην πόλη

Το άρθρο αποδίδει εισήγηση σε επιστημονικές εκδηλώσεις της ΕΕΔιΠοΧ με ομώνυμο θέμα που έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 28 Μαϊου 2015 και στη Θεσσαλονίκη στις 16 Μαϊου 2016.

Εισαγωγή

Η πολυπλοκότητα της δομής των σύγχρονων πόλεων συνιστά ένα μεταβαλλόμενο και δυναμικά εξελισσόμενο χαρακτηριστικό που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του αστικού περιβάλλοντος. Η αστικοποίηση στην σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης αγγίζει  νέα ανώτατα ιστορικά όρια, με την διαμόρφωση γιγάντιων πόλεων ή μεγαλουπόλεων ή παγκόσμιων πόλεων (mega-cities, «postmetropolis», «global cities», «global city-regions») με πάνω από 15 εκατομμύρια κατοίκους, όπως η Καλκούτα, το Λος Άντζελες, το Τόκυο, η Σαγκάη, η Κωνσταντινούπολη, το Μεξικό ή η Σεούλ. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία στις πόλεις κατοικούν περισσότεροι άνθρωποι απ’ ό,τι στις αγροτικές περιοχές: σε παγκόσμιο επίπεδο, οι πόλεις αποτελούν μόνο το 2% της επιφάνειας αλλά συγκεντρώνουν τον μισό πληθυσμό, ενώ στην Ευρώπη, όπως και στη Λατινική Αμερική, το 80% του πληθυσμού κατοικεί σε πόλεις, με την Ολλανδία να είναι η πλέον αστικοποιημένη, με ποσοστό 85%, υπολογίζεται δε ότι μέχρι το 2025, θα υπάρχουν 40 τέτοιες μεγαλουπόλεις, ενώ το 2050 ο πληθυσμός των πόλεων θα φθάσει τα 875 εκατομ. άτομα. Ακόμη πιο σημαντικό, οι σύγχρονες πόλεις έχουν δύναμη που συχνά είναι μεγαλύτερη από αρκετές χώρες.

Στο πλαίσιο αυτό έχει αναπτυχθεί ένας ευρύτατος διάλογος από πολλούς και ποικίλους φορείς για το δικαίωμα στην πόλη. Το δικαίωμα (του πολίτη) στην πόλη έχει ένα ιδιαίτερα ευρύ περιεχόμενο: από το δικαίωμα ισότιμης πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, σε βιώσιμη λειτουργία της πόλης στην κατοικία και στην εκπαίδευση μέχρι το δικαίωμα στην χρήση του δημόσιου χώρου. Όπως επισημαίνεται στο σχετικό κείμενο της UNESCO, το «δικαίωμα στην πόλη» συνίσταται συνοπτικά στην προώθηση της ίσης πρόσβασης όλων των πολιτών στις ωφέλειες της πόλης, στην ενθάρρυνση της δημοκρατικής συμμετοχής όλων των κατοίκων της πόλης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων καθώς και στην παροχή της δυνατότητες σε όλους να εκπληρώνουν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματά τους»1)Διαθέσιμο σε: https://unesdoc.unesco.org/images/0017/001780/178090e.pdf.. Είναι, επιπλέον, ένα περισσότερο συλλογικό παρά ένα ατομικό δικαίωμα, αφού η αλλαγή του κλασικού μοντέλου πόλης βασίζεται στην άσκηση συλλογικών δράσεων.

Τις τελευταίες δεκαετίες, ο δυναμικός και εξελισσόμενος χαρακτήρας του «δικαιώματος στην πόλη» επανοηματοδοτείται υπό την επίδραση δύο συνισταμένων: καταρχάς της περιβαλλοντικής συνισταμένης: οι σύγχρονες πόλεις έχουν εξελιχθεί σε βασικά κέντρα υποδομών, αγορών, πολιτισμού και αναψυχής, ωστόσο καλούνται να αντιμετωπίσουν τη συνεχή υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της που βάλλονται από ένα σύνολο προβλημάτων, όπως η κακή ποιότητα του αέρα, η κυκλοφοριακή συμφόρηση και ο όγκος της κυκλοφορίας, η εγκατάλειψη του δομημένου περιβάλλοντος, τα υψηλά επίπεδα θορύβου, η μεγάλη παραγωγή αποβλήτων και λυμάτων, η έλλειψη χώρων παιχνιδιού, αναψυχής και αθλητισμού, η άναρχη δόμηση και εξάπλωση των πόλεων σε προάστια  καθώς και η ανεξέλεγκτη αστικοποίηση των αγροτικών οικισμών, που έχει ως αποτέλεσμα την βαθμιαία εξάλειψη της διάκρισης πόλης-υπαίθρου.

Η συζήτηση για το δικαίωμα στην πόλη ανατροφοδοτείται επί πλέον και υπό το βάρος των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών της αστικής ζωής: λόγω του έντονου ρυθμού αστικοποίησης -ο οποίος συμβάλλει αναμφίβολα στην οικονομική ανάπτυξη και την καινοτομία των πόλεων- εντείνονται τα φαινόμενα των κοινωνικών ανισοτήτων και της περιθωριοποίησης. Οι σύγχρονες πόλεις θεωρούνται τόποι με μεγάλο εύρος εντάσεων, καθώς εκεί ζει μεγάλος αριθμός κατοίκων σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να αναδύονται ποικίλες αντιπαραθέσεις λόγω των συγκρουόμενων αναγκών στον κοινό διαθέσιμο χώρο2)Uitermark/Nicholls/Loopmans, Cities and social movements: theorizing beyond the right to the city, Environment and Planning A 2012, σελ. 2550.. Η μεγέθυνση του αστικού ιστού γίνεται όχι μόνο με χωροταξικά άναρχο, αλλά και με κοινωνικά άνισο τρόπο, δημιουργώντας φυσικούς και κοινωνικούς διαχωρισμούς μεταξύ των κατοίκων της πόλης και περιορίζοντας τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις τους. Η όξυνση των προβλημάτων αυτών απειλεί εύθραυστες ισορροπίες του  κοινωνικού ιστού, συντείνοντας στη διάρρηξή του υπό το βάρος του μεταναστευτικού και του προσφυγικού ζητηματος, της ανεργίας, της οικονομικής κρίσης και της εγκληματικότητας.

 1. Το «δικαίωμα στην πόλη»: γέννηση και εξέλιξη μιας πολυσήμαντης έννοιας

Μηχανισμό διαμόρφωσης και έκφρασης του αιτήματος για πιο βιώσιμες πόλεις αποτελεί το «δικαίωμα στην πόλη», μία εννοιολογική κατασκευή η οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον γάλλο μαρξιστή φιλόσοφο Henri Lefebvre  στο πλαίσιο των κοινωνικο-πολιτικών ταραχών στο Παρίσι το 19683)H. Lefebvre, Le Droit à la ville, Paris, éditions Anthropos, 1968, H. Lefebvre, The Worldwide and the Planetary, State, Space, World 2009 [1973], σελ. 196-209, για τον οποίο το «δικαίωμα στην πόλη» γινόταν αντιληπτό ως μια συλλογική έκκληση για ριζική μεταμόρφωση της κοινωνικής ζωής, η οποία δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στις υφιστάμενες κατηγορίες των δικαιωμάτων των πολιτών, ένα νέο παράδειγμα αστικής ζωής, ένα είδος «ουτοπίας» αστικών κοινωνικών κινημάτων4)Η. Marcuse, Rights in Cities and the Right to the City?, in: Sugranyes/Mathivet (Hrsg.), Cities for All. Proposals and Experiences towards the Right to the City, Santiago, 2010. Kατά τον Lefebvre, το «δικαίωμα στην πόλη» δεν περιορίζεται σε τοπικό, αστικό πλαίσιο και ο ριζικός μετασχηματισμός, που πρέπει να διεκδικηθεί μέσα από το «δικαίωμα στην πόλη», υπερβαίνει τα όριά τη5)Η. Lefebvre, The Worldwide and the Planetary, State, Space, World 2009 [1973], σελ. 96-209. Στην οπτική αυτή, η έννοια του δικαιώματος στην πόλη αναγγέλλει μια νέα πραγματικότητα: την «αστικότητα»6)Του ιδίου, The Urban Revolution, Minneapolis, Minnesota University Press, 2003; Writing on Cities, Oxford, Blackwell, 1996..

Την έννοια του δικαιώματος στην πόλη επεξεργάστηκε μεταγενέστερα ο γεωγράφος David Harvey με παρεμφερή τρόπο. Σύμφωνα με τον Harvey πρόκειται για κάτι «πολύ περισσότερο από την ατομική ελευθερία στην πρόσβαση των αστικών πόρων: αποτελεί ένα δικαίωμα να αλλάξουμε τους εαυτούς μας αλλάζοντας την πόλη, η επιθυμία για μια άλλη δυνατή πόλη»7)Ο Harvey επιβεβαιώνει τον εξωστρεφή χαρακτήρα του «δικαιώματος στην πόλη» υποστηρίζοντας πως στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο θα μπορούσε να πετύχει η επανάσταση της καθημερινής ζωής στην πόλη, μόνον εφόσον οι παγκόσμιες παραγωγικές σχέσεις όλων των πόλεων άλλαζαν, D. Harvey, Νεοφιλελευθερισμός, ιστορία και παρόν, Καστανιώτης, 2007, του ιδίου Rebellische Städte, 2014. Είναι, περαιτέρω, τόσο συλλογικό όσο και ατομικό δικαίωμα, καθώς αυτός ο μετασχηματισμός που επιφέρει εξαρτάται κατ’ ανάγκη από την άσκηση συλλογικής δύναμης, η οποία είναι ικανή να αναμορφώσει τις διαδικασίες της αστικοποίησης8)D. Harvey, The right to the city, New Left Review 53 (2008), σελ. 23-40 (23), του ιδίου, Le capitalisme contre le droit à la ville. Néolibéralisme, urbanisation, résistances, traduit de l’anglais par Cyril Le Roy, Nicolas Vieillescazes, Clémence Garrot et Joséphine Gross, Paris, Éditions Amsterdam, 2011.. Κατά τον Harvey, το δικαίωμα στην πόλη είναι πάντοτε αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και ένα διαφιλονικούμενο δικαίωμα: ποιος έχει το δικαίωμα να βρίσκεται στον ένα ή στον άλλο χώρο, ποιος έχει το δικαίωμα να καθορίζει τις ιδιότητες της ζωής στα αστικά κέντρα, ποιος σχεδιάζει τη ζωή της γειτονιάς ή τα αναπτυξιακά έργα, δεν είναι δηλαδή ένα δικαίωμα αφηρημένο. Στην οπτική αυτή, πρέπει να αποβλέπουμε στην απο-εμπορευματοποίηση των δικαιωμάτων στη στέγη, στην περίθαλψη, στην εκπαίδευση και ταυτοχρόνως στον εκδημοκρατισμό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων ως προς την εξασφάλιση αυτών των δικαιωμάτων.

Το περιεχόμενο αυτού του όρου-πλαισίου (umbrella term) ήταν αρχικά απολύτως συνυφασμένο με ριζοσπαστικές διεκδικήσεις στις πολιτικές και κοινωνικές μάχες9)Gebhardt/Holm, Initiativen für ein Recht auf Stadt, in: Dies. (Hrsg.), Initiativen für ein Recht auf Stadt. Theorie und Praxis städtischer Aneignungen, Hamburg 2011, σελ. 7-23 (15 επ.)., ωστόσο σταδιακά απαγκιστρώθηκε από τις μαρξιστικές καταβολές του10)Σύμφωνα και με άλλους θεωρητικούς, το «δικαίωμα στην πόλη» συνδέεται άρρηκτα με πρωτοβουλίες πολιτικού ακτιβισμού και πρακτικές πολιτικής αντίστασης ή διαμαρτυρίας,  Mitchell/Heynen, The Geography of Survival and the Right to the City: Speculations on Surveillance, Legal Innovation, and the Criminalization of Intervention, Urban Geography 30 (2009), σελ. 611-632. και εντάχθηκε στο νέο περιβάλλον, αυτό της παγκοσμιοποιημένης αστικότητας, όπου οι κοινωνικές τάξεις περικλείονται σε αδιαπέραστους θύλακες11)D. Harvey, 2010, στους οποίους κατοικούν άλλοτε ανώτερα κοινωικά στρώματα, όπως π.χ. στις «περιφραγμένες» κοινότητες στις ΗΠΑ (οι gated communities, όπου παρέχονται όλων των ειδών οι υπηρεσίες, όπως ιδιωτικά σχολεία, μαθήματα γκολφ, γήπεδα τένις και ιδιωτική αστυνομία) και άλλοτε περιθωριοποιημένα τμήματα του πληθυσμού, πραγματικά «γκέτο» (όπως στα προάστια του Παρισιού) και όπου οι κοινωνικές ανισότητες πολλαπλασιάζονται. Ετσι, το εσωτερικό των πόλεων θρυμματίζεται με τη δημιουργία «μικρο-κρατών».

Φορείς του «δικαιώματος στην πόλη» είναι στην οπτική αυτή όλοι οι κάτοικοι της, οι οποίοι συμμετέχοντας στον αστικό ζωτικό χώρο διεκδικούν την αναδιάρθρωσή του, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους και να τους επιτρέπει να καθορίζουν μέσα σε αυτόν τον ρυθμό της καθημερινότητάς τους. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές πως το «δικαίωμα στην πόλη» εκδηλώνεται ως μία ριζοσπαστική προσέγγιση στην ιστορική εξέλιξη της πόλης εκ μέρους των κατοίκων της, με στόχο να διαρρήξουν τις προηγούμενες σχέσεις και να οικοδομήσουν νέες, οι οποίες θα είναι προσαρμοσμένες στις τρέχουσες ανάγκες.

2. Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών στη διαμόρφωση του δικαιώματος στην πόλη

Τόσο κατά τον Lefebvre όσο και κατά άλλους θεωρητικούς το «δικαίωμα στην πόλη» συνδέεται άρρηκτα με πρωτοβουλίες πολιτικού ακτιβισμού και πρακτικές πολιτικής αντίστασης ή διαμαρτυρίας. Πιο συγκεκριμένα, ο Lefebvre προωθούσε το «δικαίωμα στην πόλη» ως ένα δικαίωμα στην ενεργό αναδιοργάνωση και τον μετασχηματισμό του αστικού χώρου, έτσι ώστε αυτός να εξυπηρετεί τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων του12)Η. Lefebvre, Le droit à la ville, Paris, Anthropos, 1968.

Το «δικαίωμα στην πόλη» διεκδικούν σήμερα διάφορες μορφές κινημάτων της κοινωνίας των πολιτών, δηλαδή κινημάτων «από κάτω προς τα πάνω», με εκδηλώσεις ακτιβιστικού χαρακτήρα και με αίτημα ο μη αποκλεισμός από την αστική ποιότητα να γενικευθεί μέσω μιας παγκοσμιοποιημένης παρουσίας του δικαιώματος και με τον τρόπο αυτόν  να θεσμοθετηθεί στον βασικό νομικό και οικονομικό ιστό των κρατών13) Hunt, Rights and Social Movements: Counter-Hegemonic Strategies, Journal of Law and Society 17 (1990), σελ. 309-328.. Σε άμεση διασύνδεση με το «δικαίωμα στην πόλη» βρίσκονται οι καθημερινές «μάχες» των αστικών κοινωνικών κινημάτων ή ακόμη και περιθωριοποιημένων αστικών ομάδων, όπως είναι οι κάτοικοι που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις διαρκώς αυξανόμενες τιμές ενοικίασης στο αστικό κέντρο, στις εξώσεις από δημόσιους χώρους ή τις διάφορες μορφές κρατικής καταστολής, στην επέκταση των συστημάτων παρακολούθησης των δημόσιων χώρων, στην εντατικοποίηση των ελέγχων και των επεμβάσεων της αστυνομίας σε αστικές περιοχές με πληθυσμό μεταναστών ή στην υλοποίηση έργων εναλλακτικής στέγασης με ιδιωτικά κεφάλαια.

Πληθώρα πρωτοβουλιών για την υλοποίηση του δικαιώματος στην πόλη εκδηλώθηκαν αρχικά στις χώρες της Λατινικής Αμερικής και ιδιαίτερα στη Βραζιλία, στην οποία, μάλιστα, εντοπίζεται και ρητή αναγνώρισή του στο «Καταστατικό για την πόλη»14)Estatuto da Cidade, Ομοσπονδιακός Νόμος 10/257/01, το οποίο υιοθετήθηκε ως νόμος το 2001 στη Βραζιλία. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με ορισμό που δόθηκε στο σχετικό νομοθέτημα «‘το δικαίωμα στην πόλη’ γίνεται αντιληπτό ως διορθωτική παρέμβαση των ποικίλων κοινωνικά προβληματικών αστικών περιοχών και ως ένα ανθρωπιστικό δικαίωμα για αστική στέγαση, υποδομές, μεταφορές, εργασία, δημόσιες υπηρεσίες», βλ. Mengay/Pricelius, Das umkämpfte Recht auf Stadt in Brasilien. Die institutionalisierte Form der «Stadt Statute» und die Praxis der urbanen Wohnungslosenbewegung des MTST, Initiativen für ein Recht auf Stadt. Theorie und Praxis städtischer Aneignungen 2011, σελ. 245-270. Ενδιαφέρον παρουσίασε η πρωτοβουλία της κυβέρνησης της χώρας να ανοικοδομήσει σε συνεργασία με ιδιωτικούς επενδυτές 1000 νέα καταλύματα για τη βελτίωση των συνθηκών στις φαβέλες υπό τον τίτλο «Minha Casa, Minha Vida-MCMV (Το σπίτι μου, η ζωή μου)».. Στην ίδια χώρα, μεγάλες κινητοποιήσεις έλαβαν χώρα τον Ιούνιο του 2013 κατά την προετοιμασία του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου 2014, με αιτήματα που συνδέονταν άμεσα με τη βελτίωση της ζωής στις πόλεις (κατοικία, συνθήκες υγιεινής, παροχές παιδείας και υγείας, δωρεάν μετακινήσεις από και προς κοινωνικά και οικονομικά ευαίσθητα τμήματα). Ανάλογο κίνημα εκπροσωπείται από τη «Συμμαχία για το δικαίωμα στην πόλη», κίνημα που αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ ως απάντηση στις μαζικές μετακινήσεις φτωχών στρωμάτων πληθυσμού για λόγους αστικής ανάπλασης15)Right to the City Alliance”, συμμαχία που συμπτύχθηκε μετά την συνάντηση του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ το 2007 στην Ατλάντα, βλ. Cities for All. Proposals and Experiences towards the Right to the City, sous la dir. d’Ana Sugranyes et Charlotte Mathivet, Santiago du Chili, Habitat International Coalition (HIC), 2010, une version française, και Villes pour toutes et tous. Pour le droit à la ville, propositions et expériences, 2011.

Και σε άλλες ωστόσο πόλεις, ακόμη και ευρωπαϊκές (Φράϊμπουργκ, Αμβούργο, Σάο Πάολο, Χονγκ-Κονγκ), εμφανίζονται όλο και συχνότερα πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών με συνέδρια, εκδηλώσεις και στρογγυλές τράπεζες με επίκεντρο το «δικαίωμα στην πόλη». «Αυτό είναι η αρχή μιας νέας αστικής κίνησης», αναφέρεται στην ιστοσελίδα του «Δικτύου για το δικαίωμα στην πόλη» του Αμβούργου16) https://www.rechtaufstadt.net/brandshof-bleibt/ueber-die-bewegung-“RechtaufStadt”. Στην Ευρώπη διευρύνθηκαν τέτοιες κινήσεις στον απόηχο των βίαιων αποκρούσεων των διαδηλωτών κατά της παγκοσμιοποίησης στη Γένοβα το 2001., ενώ ειδικά όσον αφορά το θέμα των δικαιωμάτων των προσφύγων και μεταναστών, της κατάστασης διαβίωσής τους και των ρατσιστικών συμπεριφορών εναντίον τους,  το Δίκτυο υπογραμμίζει πως «η αξιοπρέπεια μίας πόλης αντικατοπτρίζεται στις σχέσεις της με τα νεοφερμένα μέλη της κοινωνίας»17) Διαθέσιμο σε:  https://www.rechtaufstadt.net/recht-auf-stadt/aufruf-und-sofortprogramm-des-netzwerks-recht-auf-stadt-never-mind-papers.. Στο Λονδίνο διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν πριν ένα χρόνο διαμαρτυρόμενοι για την τάση ιδιωτικοποίησης δημόσιων χώρων, όπως πλατείες ή πάρκα, ενώ ανάλογες κινήσεις έλαβαν χώρα στο Βελιγράδι για να μην υλοποιηθεί σχέδιο ανάπλασης της προκυμαίας του ποταμού Σάβα που προέβλεπε την κατασκευή χιλιάδων κατοικιών και του μεγαλύτερου εμπορικού κέντρου των Βαλκανίων. Στο Παρίσι μια πρωτοβουλία κατοίκων του προαστίου Κολόμπ κατάφερε να αξιοποιήσει μια περιοχή πέντε στρεμμάτων, στην οποία παράγονται γεωργικά προϊόντα. Στην ίδια πόλη, το κίνημα εναντίον του αυτοκινητόδρομου της αριστερής όχθης του Σηκουάνα και της καταστροφής παραδοσιακών γειτονιών από τους ουρανοξύστες («ψηλούς γίγαντες») όπως ο εμβληματικός Tour Montparnasse, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση της εξέγερσης του ’68.

Επίσης λαμβάνουν χώρα διασκέψεις πόλεων με θέμα την συμβολή των πόλεων για μια ανάπτυξη χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς όπως η «Cities for life on inclusive growth», υπό την αιγίδα του ΟΟΣΑ και του  Ιδρύματος Φορντ, ενώ άλλα χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων κινημάτων απαντώνται στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ που συνήλθε πρώτη φορά το 2001 στο Πόρτο Αλέγκρε με αίτημα να αναγνωρισθεί το δικαίωμα στην πόλη ως ενός νέου δικαιώματος του ανθρώπου ή του «Διεθνούς Συνασπισμού για την κατοικία» («Habitat International Coalition»), που αποτελείται από διεθνείς ΜΚΟ18)https://www.hic-gs.org.

Καθίσταται, λοιπόν, σαφές πως το «δικαίωμα στην πόλη» εκδηλώνεται ως μία ριζοσπαστική προσέγγιση στην ιστορική εξέλιξη της πόλης εκ μέρους των κατοίκων της, με στόχο να διαρρήξουν τις προηγούμενες σχέσεις και να οικοδομήσουν νέες που θα είναι προσαρμοσμένες στις τρέχουσες ανάγκες.

3. Θεσμικές αποτυπώσεις του «δικαιώματος στην πόλη»

Υπό τις ανωτέρω επισημάνσεις, εύλογα προκύπτει το ερώτημα για τις προοπτικές τυπικής αναγνώρισης, αλλά και πρακτικής εφαρμογής του «δικαιώματος στην πόλη». Η απάντηση, ωστόσο, είναι εξαιρετικά σύνθετη και συνδέεται άρρηκτα με την ίδια τη φύση και την υλοποίηση του «δικαιώματος στην πόλη». Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την προοπτική ρητής θέσπισης ενός «δικαιώματος στην πόλη» εγείρονται πολλά ζητήματα και προβληματισμοί που συνδέονται με το περιεχόμενο και τα όρια του συγκεκριμένου δικαιώματος. Η νομική διαμόρφωση και κατοχύρωση ενός τέτοιου δικαιώματος γεννά τον κίνδυνο αποκλεισμού κάποιων μελών του πληθυσμού από την πρόσβαση σε αυτό. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Lefebvre το «δικαίωμα στην πόλη» νομιμοποιείται από την συμμετοχή των κατοίκων στην παραγωγή του χώρου της πόλης.  Επί πλέον, μέσα από την θεσμοθέτηση ενός «δικαιώματος στην πόλη» φαίνεται να απομειώνεται ο πυρήνας του για ριζοσπαστική δράση, η οποία αποτελούσε βασικό άξονα στην πρωτογενή διατύπωση του. Τέλος, η έντονα διαδικαστική και μετασχηματιστική φύση του «δικαιώματος στην πόλη» δεν φαίνεται να είναι συμβατή με κάποια μορφή θεσμοθέτησης της συμμετοχής σε αυτό, η οποία στις σύγχρονες κοινωνίες περιορίζεται σε συμβουλευτικού χαρακτήρα διαλόγους με την κοινωνία των πολιτών κατά τη χάραξη και λήψη των κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων.

Ενόψει αυτών των δεδομένων, η εξειδικευμένη υλοποίηση του «δικαιώματος στην πόλη» προβάλλει ως μία «τεταμένη πρακτική» κι όχι ως ένα στατικό  πλαίσιο. Δηλαδή, το δικαίωμα αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνον ως ένα βίωμα σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και εντός ενός απτού χωρικού πλέγματος. Το «δικαίωμα στην πόλη» υποστηρίζεται έτσι ότι δεν μπορεί να αποκρυσταλλωθεί σε μία στιγμιαία και εφάπαξ κατοχύρωσή του, καθώς η πολυδιάστατη φύση του πρέπει να διεκδικείται εκ νέου αέναα στην αστική καθημερινή πρακτική. Ωστόσο, παρά τις ανωτέρω αγκυλώσεις για τυπική αναγνώριση ενός «δικαιώματος στην πόλη» καταγράφονται όλο και περισσότερα πρακτικά βήματα προς την σταθερή υλοποίηση των αιτημάτων που εγκολπώνεται, ιδιαίτερα υπό τις σύγχρονες διεκδικήσεις και τη συμμετοχή στη διαδικασία συγκρότησης της πόλης και της αστικής ζωής που καλείται να ικανοποιήσει.

3.1. Η Ευρωπαϊκή Χάρτα για την Διασφάλιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην Πόλη (2000)

Στο συνέδριο «Πόλεις για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» που οργανώθηκε στην Βαρκελώνη το 1998 για τα 50 χρόνια της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, εκατοντάδες δήμαρχοι ξεκίνησαν τις εργασίες για την σύνταξη μιας πολιτικής διακήρυξης για την ενίσχυση του σεβασμού, της προστασίας και της τήρησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε τοπικό επίπεδο που κατέληξαν στη σύνταξη της Ευρωπαϊκής Χάρτας για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που υπογράφηκε στο προάστιο Σαίν-Ντενί του Παρισιού το 2000. Για την παρακολούθηση της πορείας της εφαρμογής της κάθε δύο χρόνια γίνεται ένα συνέδριο, ενώ μετά το συνέδριο της Γενεύης το 2008, αποφασίστηκε να ανατεθεί η παρακολούθη στον παγκόσμιο οργανισμό για τις πόλεις, την Ένωση πόλεων και Τοπικών Αρχών.

Στο προοίμιο της Χάρτας υπογραμμίζεται η μεγάλη σημασία των πόλεων στην σημερινή εποχή. Η πόλη είναι «το μέλλον της ανθρωπότητας», ο χώρος όλων των συναντήσεων, άρα και όλων των αντιφάσεων, όλων των κινδύνων. Είναι όμως και ο χώρος νέων κοινωνικών μοντέλων, όπως κυρίως είναι «η δημοκρατία της γειτνίασης» (démocratie de proximité), δηλαδή το δικαίωμα συμμμετοχής όλων των κατοίκων στην ιδιότητα του πολίτη της πόλης. Με αφετηρία τη διαπίστωση ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1950) αποτελεί μια νομική εγγύηση αλλά παρ’ όλ’ αυτά, «υπάρχουν πολλά δικαιώματα που δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί και οι πολίτες δυσκολεύονται να βγάλουν άκρη μέσα από τον νομικό και διοικητικό λαβύρινθο», η Χάρτα θέτει ως κοινή βούληση να εγγραφούν οι κοινωνικοί δεσμοί στον δημόσιο χώρο, ως αρχή την ισότητα και ως στόχο την ενίσχυση της πολιτικής συνειδητοποίησης όλων των κατοίκων της πόλης.

Στο κείμενο της Χάρτας προσδιορίζεται το αντικείμενο της Χάρτας, το δικαίωμα στην πόλη (άρθρο 1): η πόλη είναι ένας συλλογικός χώρος που ανήκει σε όλες και όλους που ζουν σε αυτόν, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να βρουν σε αυτόν τις συνθήκες που επιτρέπουν την πολιτική, κοινωνική και οικολογική τους ανάπτυξη, αναλαμβάνοντας όμως το καθήκον αλληλεγγύης, ενώ οι δημοτικές αρχές ενθαρρύνουν με όλα τα μέσα που διαθέτουν τον σεβασμό της αξιοπρέπειας και της ποιότητας ζωής των κατοίκων. Κατά το άρθρο 2 τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στη Χάρτα αναγνωρίζονται σε κάθε πρόσωπο που κατοικεί στις υπογράφουσες πόλεις, ανεξαρτήτως εθνικότητας, καταγωγής, χρώματος, ηλικίας, φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών πεποιθήσεων, εθνοτικής, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή εισοδήματος. Στο άρθρο 3 αναγνωρίζεται η πολιτισμική, γλωσσική και θρησκευτική ελευθερία των «πολιτών» των πόλεων για την αποφυγή των γκέτο και στο πνεύμα της ανεξιθρησκείας ενθαρρύνεται η αμοιβαία ανοχή μεταξύ θρησκευόμενων και μη. Το άρθρο 4 κατοχυρώνει το δικαίωμα των ευπαθέστερων ομάδων πολιτών, π.χ. των ατόμων με αναπηρία, να εντάσσονται στη ζωή της πόλης, το άρθρο 5 το καθήκον αλληλεγγύης, το άρθρο 6 τη διεθνή συνεργασία μεταξύ των δημοτικών αρχών στον τομέα των υποδομών, της προστασίας του περιβάλλοντος, της υγείας και της εκπαίδευσης και το άρθρο 7 την αρχή της επικουρικότητας που διέπει τις αρχές της ευθύνης του κράτους, των περιφερειών και των πόλεων.

Στο δεύτερο Μέρος, με τίτλο «αστικά και πολιτικά δικαιώματα του πολίτη» το άρθρο 8 αναγνωρίζει το δικαίωμα των πολιτών να συμμετέχουν στην τοπική πολιτική ζωή μέσα από ελεύθερες και δημοκρατικές εκλογές των τοπικών εκπροσώπων τους, την επέκταση του δικαιώματος του εκλέγειν σε όλους τους ενήλικες αλλοδαπούς μετά από διετή διαμονή στην πόλη, την συμμετοχή στον δημόσιο λόγο και την ελεύθερη έκφραση των προσωπικών απόψεών τους καθώς και τη διαφάνεια των διαδικασιών που ακολουθούν οι τοπικές αρχές, το άρθρο 9 το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, συνάθροισης και διαδήλωσης, με παροχή δημόσιων χώρων για τον σκοπό αυτό, το άρθρο 10 την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής ως ένα θεμελιώδες στοιχείο της τοπικής δημοκρατίας (αξίζει να σημειωθεί η παράγραφος 6 που ορίζει ότι οι τοπικές αρχές δημιουργούν κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε τα παιδιά να μπορούν να απολαμβάνουν την παιδική τους ηλικία) και το άρθρο 11 το δικαίωμα στην πληροφόρηση για θέματα που αφορούν την κοινωνική, την οικονομική, την πολιτισμική και την τοπική διοικητική ζωή, με περιορισμούς που αναφέρονται μόνο στην ιδιωτικότητα του ατόμου και στην προστασία των μικρών παιδιών και των νέων.

Στο τρίτο Μέρος με τίτλο τα «οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και περιβαλλοντικά δικαιώματα της γειτνίασης», το άρθρο 12 κατοχυρώνει το γενικό δικαίωμα στις δημόσιες υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας, το άρθρο 13 το δικαίωμα στην εκπαίδευση, την επιμόρφωση και τηνπροσβάσιμη δια βίου εκπαίδευση των ενηλίκων και την διαπαιδαγώγηση των πολιτών σε θέματα καταπολέμησης του σεξισμού, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της διακριτικής μεταχείρισης, το άρθρο 14 το δικαίωμα στην εργασία και δη στην αξιοπρεπή εργασία που εγγυάται ποιότητα ζωής, την δημιουργία θέσεων πλήρους απασχόλησης και την ανάληψη υποχρέωσης να μην απασχολούνται ανήλικους ή ενήλικες με παράνομους όρους εργασίας ή με όρους διακριτικής μεταχείρισης, το άρθρο 15 το δικαίωμα στον πολιτισμό σε όλες του τις εκφάνσεις με σεβασμό στη διαφορετικότητα, το άρθρο 16 το δικαίωμα σε αξιοπρεπή, ασφαλή και υγιεινή κατοικία, το άρθρο 17 το δικαίωμα στην υγεία και στην ίση πρόσβαση στις σχετικές υπηρεσίες, το άρθρο 18 το δικαίωμα στο περιβάλλον με τήρηση της αρχής της προφύλαξης, σεβασμό του τοπίου που περιβάλλει την πόλη και ειδικές στρατηγικές διδασκαλίας για την περιβαλλοντική προστασία, κυρίως για παιδιά, το άρθρο 19 το δικαίωμα σε αρμονικό αστικό και πολεοδομικό σχεδιασμό που διατηρεί την ισορροπία μεταξύ αστικής ανάπτυξης και περιβάλλοντος, το άρθρο 20 το δικαίωμα στην μετακίνηση και ησυχία στην πόλη, με ένα δημόσιο συγκοινωνιακό δίκτυο προσβάσιμο σε όλες και όλους και με περιορισμό των αυτοκινήτων (στην παρ. 2 ορίζεται ότι οι δήμοι ελέγχουν στενά την εκπομπή κάθε είδους θορύβου και δονήσεων και καθορίζουν συγκεκριμένους πεζοδρόμους και περιοχές με περιορισμό πρόσβασης για συγκεκριμένες ώρες την ημέρα και ενθαρρύνουν την χρήση φιλικών στο περιβάλλον οχημάτων), το άρθρο 21 το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο των πολιτών και σε ποιοτικούς χώρους ψυχαγωγίας, το άρθρο 22 την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών, ιδίως όσον αφορά την ποιότητα και σύνθεση των προϊόντων καθώς και την ακρίβεια των σχετικών πληροφοριών, ιδίως όσον αφορά τις ημερομηνίες λήξης.
Το τέταρτο Μέρος είναι αφιερωμένο στα δικαιώματα που σχετίζονται με την τοπική δημοκρατική διοίκηση και πιο συγκεκριμένα στην αποτελεσματικότητα και επάρκεια των δημοσίων υπηρεσιών (άρθρο 23) και στην αρχή της διαφάνειας της διοικητικής διαδικασίας (άρθρο 24). Το πέμπτο Μέρος αφορά τους μηχανισμούς εγγύησης των δικαιωμάτων «γειτνίασης»: το άρθρο 25 κατοχυρώνει τον μηχανισμό της τοπικής διοίκησης της δικαιοσύνης, το άρθρο 26 την αστυνομία στην πόλη («αστυνομία της γειτονιάς»), το άρθρο 27 τους μηχανισμούς πρόληψης, όπως π.χ. κοινωνικούς μεσολαβητές ή τον δημοτικό συνήγορο ως ανεξάρτητο και αμερόληπτο θεσμό, το άρθρο 28 τους φορολογικούς και δημοσιονομικούς μηχανισμούς, μεταξύ άλλων ένα σύστημα «συμμετοχικού προϋπολογισμού», μέσω του οποίου οι πολίτες δημοστικών διαμερισμάτων θα μπορούν να εκφράζουν γνώμη σχετικά με την χρηματοδότηση των αναγκαίων μέτρων για την προστασία των δικαιωμάτων τους.

Οι τελικές διατάξουν προβλέπουν την νομική ισχύ των διατάξεων της Χάρτας και τους μηχανισμούς εφαρμογής της, προβλέποντας ότι οι δημοτικές αρχές θα πρέπει να ενσωματώνουν στις ρυθμίσεις τους τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την Χάρτα. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του μέρους αυτού, οι υπογράφουσες πόλεις αναγνωριζουν την υποχρέωση της συγκρότησης μιας επιτροπής η οποία κάθε δύο έτη θα αξιολογεί την εφαρμογή των δικαιωμάτων που προβλέπονται στην Χάρτα και θα δημοσιεύουν τα πορίσματά της, ενώ κατά την παράγραφο 5 το δίκτυο των Ευρωπαϊκών Πόλεων για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που ιδρύθηκε από τις υπογράφουσες πόλεις θα αποφασίζει για τον κατάλληλο μηχανισμό παρακολούθησης για την ορθή εφαρμογή της Χάρτας από τις υπογράφουσες πόλεις.

3.2. Ο Παγκόσμιος Καταστατικός Χάρτης για το Δικαίωμα στην πόλη, 2004

Το δικαίωμα στην πόλη αποτυπώθηκε θεσμικά και στον  «Παγκόσμιο Καταστατικό Χάρτη για το δικαίωμα στην πόλη» που συζητήθηκε και ψηφίστηκε α) στο Κοινωνικό Φόρουμ της Αμερικανικής Ηπείρου, Κίτο, τον Ιούλιο 2004 και β) στο Παγκόσμιο Αστικό Φόρουμ, στη Βαρκελώνη, τον Σεπτέμβριο 200419)Κοινωνικό Φόρουμ της Αμερικανικής Ηπείρου, Κίτο, Ιούλιος 2004, και Παγκόσμιο Αστικό Φόρουμ, Βαρκελώνη, Σεπτέμβριος 2004. Ήδη το 2011 είχε εκπονηθεί έκθεση των ΗΕ για την κατοικία (UN-Habitat, 2011), στην οποία προβλεπόταν ο στόχος να μειωθεί ο αστικός θρυμματισμός και να αποκατασταθεί η σχέση μεταξύ υπαίθρου και πόλης.. Βασική όψη του δικαιώματος στην πόλη συνιστά το αίτημα για βιώσιμη και ισόρροπη αστική ανάπτυξη, η οποία θα ενσωματώνει τους στόχους της περιβαλλοντικής προστασίας, της κοινωνικής ισότητας και της οικονομικής ανάπτυξης, χωρίς να αμφισβητείται το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης και χωρίς κοινωνική μεταρρύθμιση.

Ο Χάρτης αποτελεί μία συστηματική καταγραφή των επιμέρους δικαιωμάτων που εμπεριέχονται σε αυτό. Το κείμενο οικοδομείται πάνω σε τρεις βασικούς άξονες: ι) τα δικαιώματα σχετικά με τη διαχείριση της πόλης, όπως το δικαίωμα στη δημόσια ενημέρωση και πληροφόρηση και το δικαίωμα στη διαφάνεια, ιι) τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην πολιτική συμμετοχή, στη δικαιοσύνη, στην ελεύθερη έκφραση, στη δημοκρατική χρήστη του δημόσιου αστικού χώρου, ιιι) τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και περιβαλλοντικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην κατοικία, την υγεία, τη μεταφορά, τη δουλειά, την εκπαίδευση, το περιβάλλον.

Το άρθρο 1 του Παγκόσμιου Καταστατικού Χάρτη για το δικαίωμα στην πόλη όρίζει ότι «καθένας έχει το δικαίωμα στην πόλη χωρίς διακρίσεις φύλου, ηλικίας, φυλής, εθνικότητας, πολιτικού και θρησκευτικού προσανατολισμού και στη διατήρηση της πολιτιστικής μνήμης και ταυτότητας, καθώς και ότι οι πόλεις δεσμεύονται «να κάνουν πιο αποτελεσματική την απόλαυση των παγκόσμιων οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και περιβαλλοντικών δικαιωμάτων, χωρίς με κανένα τρόπο να αλλοιώνουν το θεμελιώδες ελάχιστο περιεχόμενο αυτών των δικαιωμάτων», με δεδομένο ότι «η πόλη είναι ένας πολιτιστικά πλούσιος και διαφοροποιημένος χώρος, που ανήκει σε όλους τους κατοίκους». Στο άρθρο 2 (αρχές του δικαιώματος στην πόλη) στην μεν παρ. 1 με τίτλο «δημοκρατική διαχείριση της πόλης») τονίζεται ότι «Όλοι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν άμεσα ή δια αντιπροσώπευσης στον έλεγχο, στο σχεδιασμό και στη διακυβέρνηση των πόλεων με σκοπό να αυξηθεί η διαφάνεια, η αποτελεσματικότητα και η αυτονομία των τοπικών δημοσίων διοικήσεων και λαϊκών οργανισμών», ενώ στην παρ. 2 (η κοινωνική λειτουργία της πόλης), αναφέρεται η υποχρέωση των πόλεων να «εκπληρώνουν την κοινωνική τους λειτουργία εφόσον εγγυώνται σε όλους την πλήρη απόλαυση της οικονομίας, της κουλτούρας και των πόρων τους στο βαθμό που τα αστικά σχέδια δράσης και τα επενδυμένα κεφάλαια εφαρμόζονται για το καλό του πολίτη εκπληρώνοντας τα κριτήρια της ισότιμης διανομής, του σεβασμού για την πολιτισμική και την οικολογική βιωσιμότητα και την ευημερία όλων των πολιτών σε κατάσταση αρμονίας με τη φύση για τη σημερινή και τις μελλοντικές γενιές».

Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 επισημαίνει την κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας, με στόχο «να προάγεται το κοινωνικό, πολιτισμικό και περιβαλλοντικό συμφέρον» το οποίο θα «πρέπει να λαμβάνει προτεραιότητα έναντι του ατομικού δικαιώματος ιδιοκτησίας». Στην παράγραφο 4 (πλήρης άσκηση του δικαιώματος του πολίτη) διαβάζουμε ότι «Οι πόλεις πρέπει να είναι τόποι πραγμάτωσης όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών, διασφαλίζοντας την αξιοπρέπεια και τη συλλογική ευημερία όλων των ανθρώπων με ισοτιμία και δικαιοσύνη και ταυτόχρονα με σεβασμό στην κοινωνική παραγωγή του περιβάλλοντος κατοίκησης».

Η παράγραφος 5 (ισοτιμία και όχι διάκριση) εκφράζει τον βασικό πυρήνα του δικαιώματος στην πόλη, δηλαδή την εγγύηση ότι το δικαίωμα ατό απολαύουν  «όλα τα πρόσωπα που ζουν μόνιμα ή περιστασιακά στις πόλεις, χωρίς καμία μορφή διάκρισης βασισμένης στην ηλικία, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τη γλώσσα, τη θρησκεία, την άποψη, την φυλετική ή εθνική καταγωγή, το επίπεδο του εισοδήματος, την ιθαγένεια ή την κατάσταση μετανάστευσης». Η παράγραφος 6 παρέχει ειδική προστασία στα ευάλωτα άτομα και ομάδες, ιδίως σε πρόσωπα και ομάδες που βρίσκονται σε κατάσταση φτώχιας, σε περιβαλλοντικό κίνδυνο και κίνδυνο υγείας, θύματα βίας, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, μετανάστες, πρόσφυγες κ.ά. Το σημαντικό άρθρο 2 τελειώνει με την θέσπιση κοινωνικής ευθύνης από τον ιδιωτικό τομέα (παρ. 7) και την υποχρέωση επαύξησης της οικονομικής αλληλεγγύης και την επιβολή προοδευτικών πολιτικών (παρ. 8).

Ο Χάρτης συνεχίζει σε ένα δεύτερο Μέρος που έχει τίτλο «δικαιώματα σχετικά με τη διαχείριση των πόλεων» με ρυθμίσεις για βιώσιμη και αστική ανάπτυξη (άρθρο 3), σε ισορροπία με την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και της πολιτισμικής, ιστορικής, αρχιτεκτονικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς (παρ. 1), την υποχρέωση των πόλεων να εγγυηθούν ότι οι δημόσιες υπηρεσίες θα διασφαλιστούν και θα ασκηθούν από το κοντινότερο στον ενδιαφερόμενο πληθυσμό διοικητικό επίπεδο και ότι οι πολίτες θα συμμετέχουν στη διαχείριση και στον έλεγχο τους (παρ. 3). Η ίδια παράγραφος ορίζει ότι στις δημόσιες υπηρεσίες «πρέπει να αναγνωριστεί το νομικό καθεστώς της δημόσιας περιουσίας και να προστατευθούν απέναντι στην ιδιωτικοποίηση». Πολύ σημαντική είναι η ρύθμιση, στην ίδια παράγραφο, ότι οι πόλεις υποχρεούνται να καθιερώσουν «συστήματα δημόσιου ελέγχου σχετικά με τις αστικές υπηρεσίες, που παρέχονται από δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις».

Τα επόμενα άρθρα συνεχίζουν με το δικαίωμα συμμετοχής των πολιτών στον σχεδιασμό του προϋπολογισμού της πόλης (άρθρο 4), τη διαφάνεια στη διαχείριση με την επισημανση ότι με τον ίδιο τρόπο οι δημοτικές διοικήσεις θα πρέπει να είναι διαφανείς στα ανώτερα όργανα της Κυβέρνησης έτσι ώστε να συμπληρώνουν την αλυσίδα της δημοκρατικής διαχείρισης (άρθρο 5), το δικαίωμα του πολίτη να ζητά και να παίρνει πλήρη, σωστή, επαρκή και έγκαιρη πληροφόρηση, από οποιοδήποτε τμήμα της διοίκησης της πόλης ή από τις νομοθετικές ή τις δικαστικές αρχές, σχετική με τις ιδιαίτερες διοικητικές ή οικονομικές δραστηριότητές τους ή αυτών των εταιρειών και των ιδιωτικών ή των μικτών εταιρειών, που έχουν συμβληθεί για να παρέχουν δημόσια υπηρεσία (άρθρο 6).

Στο τρίτο Μέρος του Χάρτη, που έχει τίτλο «Αστικά και πολιτικά δικαιώματα πόλης», υπάρχουν ρυθμίσεις για την εγγύηση της ελευθερίας και φυσικής-πνευματικής ακεραιότητας κάθε πολίτη (άρθρο 7), το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής σε ελεύθερες και δημοκρατικές εκλογές (άρθρο 8), το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, του συνέρχεσθαι και το δικαίωμα δημοκρατικής χρήσης του δημόσιου αστικού χώρου (άρθρο 9), το δικαίωμα στη δικαιοσύνη, ειδικότερα μέσα από καθιέρωση πολιτικών ευνοϊκής μεταχείρισης για τις φτωχότερες πληθυσμιακές ομάδες και ενδυναμώνοντας τα συστήματα της δημόσιας δωρεάν νομικής υπεράσπισης και βοήθειας (άρθρο 10), το δικαίωμα στη δημόσια ασφάλεια και τη συνύπαρξη βασισμένη στην ειρήνη, την αλληλεγγύη και την πολυ-πολιτισμικότητα (άρθρο 11).

Στο τέταρτο Μέρος με τίτλο «Οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και περιβαλλοντικά δικαιώματα των πόλεων»), ο Χάρτης καθιερώνει το δικαίωμα πρόσβασης και επάρκειας των οικιακών και αστικών δημόσιων υπηρεσιών, ιδίως το δικαίωμα στην πρόσβαση στην παροχή πόσιμου νερού, ηλεκτρικής ενέργειας, φωτισμού και θέρμανσης, νοσοκομείων, σχολείων, διάθεσης απορριμμάτων, εγκαταστάσεων υγιεινής, τηλεπικοινωνίας (άρθρο 12). Πολύ σημαντικό είναι το επόμενο άρθρο 13 για το δικαίωμα στη μεταφορά και τη δημόσια κινητικότητα με δημόσια μέσα κυκλοφορίας κατάλληλα και οικονομικά διαθέσιμα για όλους τους πολίτες. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, οι πόλεις αναλαμβάνουν να  προωθήσουν την εγκαθίδρυση ενός συστήματος δημόσιας μεταφοράς προσβάσιμου σε όλους, σε συμφωνία με ένα τοπικό αστικό και διατοπικό κυκλοφορικό σχέδιο και με την ποικιλία των περιβαλλοντικών και κοινωνικών αναγκών (φύλο, ηλικία και ειδικές ανάγκες) και να ενθαρρύνουν επίσης τη χρήση «καθαρών» οχημάτων και να προωθήσουν μόνιμες ή περιστασιακές πεζοδρομήσεις σε συγκεκριμένες ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το άρθρο 14 προβλέπει το δικαίωμα την κατοικία, και δη σε μια κατοικία βιώσιμη, που να έχει κατασκευασθεί σε προσβάσιμες και κατάλληλες τοποθεσίες και έχει προσαρμοσθεί στα πολιτισμικά χαρακτηριστικά των κατοίκων. Σημαντική είναι η παράγραφος 7 του άρθρου 14, κατά την οποία οι πόλεις καλούνται να εμποδίσουν την κερδοσκοπία της αγοράς κατοικίας, δημιουργώντας αστικές προδιαγραφές και κανονισμούς για την ισότιμη κατανομή των δαπανών και των ωφελημάτων που παράγονται μέσα από τη διαδικασία αστικοποίησης, καθώς και η παράγραφος 8, σύμφωνα με την οποία πρέπει να διασφαλισθεί ότι θα υπάρχει πλήρης ωφέλεια από τη χρήση της δημόσιας γης και των δημοσίων ή ιδιωτικών κτιρίων, που είναι αχρησιμοποίητα, υποχρησιμοποιούμενα ή άδεια με σκοπό τη διασφάλιση της κοινωνικής λειτουργίας της ιδιοκτησίας.

Το άρθρο 15 προβλέπει το δικαίωμα στην εκπαίδευση με εγγύηση παροχής σε όλους τους πολίτες εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς χώρους και σχολικά κέντρα με πολυπολιτισμικό πλαίσιο και κοινωνική συνοχή, το επόμενο άρθρο 16 το δικαίωμα στη δουλειά, ιδίως το δικαίωμα ισότιμης πρόσβασης στην εργασία και των γυναικών -δημιουργώντας ημερήσια κέντρα φροντίδας και άλλες ευκολίες- και για τα άτομα με ειδικές ανάγκες με εγκατάσταση πρόσφορων και κατάλληλων αστικών εγκαταστάσεων. Το άρθρο 17 προβλέπει το δικαίωμα στον πολιτισμό και την ανάπαυση, το άρθρο 18 το δικαίωμα στην υγεία και τέλος το άρθρο 18 το δικαίωμα στο περιβάλλον. Η παράγραφος 1 του άρθρου 18 ορίζει ότι «οι πόλεις δεσμεύονται να υιοθετήσουν μέτρα ενάντια στην αυθαίρετη κατάληψη εδάφους ή των προστατευμένων περιοχών και εναντίον της μόλυνσης, συμπεριλαμβανομένης της εξοικονόμησης ενέργειας, της διαχείρισης και της επαναχρησιμοποίησης των απορριμμάτων, την ανακύκλωση και ανάκτηση των αρδευτικών υδάτων, και να διευρύνουν και να προστατεύσουν τις πράσινες περιοχές», ενώ κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 18 «οι πόλεις δεσμεύονται να σεβαστούν τη φυσική, αρχιτεκτονική, πολιτισμική και καλλιτεχνική κληρονομιά τους, και να προάγουν την αναβάθμιση και την αναζωογόνηση των υποβαθμισμένων αστικών περιοχών και εξοπλισμού».

4. Συμπεράσματα

Με βάση τα ανωτέρω, κατέστη σαφές πως ο ζωτικός σύνδεσμος μεταξύ πόλης και πολίτη δοκιμάζεται έντονα και είναι σε στάδιο αναμόρφωσης στις σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες πόλεις. Όπως αναφέρει η Ευρωπαϊκή Χάρτα των δικαιωμάτων του Ανθρώπου, «η πόλη έχει γίνει το μέλλον της ανθρωποτητας», ένας χώρος στον οποίον είναι δυνατή η «επανάκτηση» της καθημερινής ζωής, όπως διεκήρυσσε ο Lefebvre. Η ποικιλομορφία των κατοίκων των σύγχρονων πόλεων μετατρέπει τον αστικό χώρο σε κοινωνικό εργαστήριο, εντός του οποίου ρυθμίζονται οι σχέσεις μεταξύ των εντασσόμενων σε αυτό υποκειμένων. Η πόλη προβάλλει με τον τρόπο αυτό ως ένα πεδίο αναζήτησης εναλλακτικών μορφών συμβίωσης, αλλά και ένα σημείο εκκίνησης για συνεργατικές δράσεις, εναλλακτικές οικονομικές πρωτοβουλίες, ευρύτερη διασύνδεση και δικτύωση των διαφορετικών παραγόντων του αστικού χώρου και την ανάδειξη του κατοίκου της πόλης ως χρήστη της πόλης.

Η επιδίωξη αυτή είναι εξαιρετικά κρίσιμη, διότι η παγκοσμιοποίηση, ενώ κατάφερε να αυξήσει δραματικά την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, απέτυχε στο να καταργήσει τα εμπόδια στην ελεύθερη μετακίνηση και εγκατάσταση των ανθρώπων, όπως αποδεικνύεται στην ανθρωπολογική μορφολογία των σημερινών μεγαλουπόλεων20)Urban policies and the right to the city, Report, σελ. 91.. Η παγκοσμιοποίηση της αστικής διαδικασίας αποδεικνύεται εξάλλου από την εμφάνιση των ίδων οικονομικών φαινομένων σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη, όπως οι εκρήξεις στην αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ, τη Βρετανία, την ισπανία ακόμη και στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία. Στο πλαίσιο αυτό, το «δικαίωμα στην πόλη», με την ετερογενή φύση του, το συλλογικό του χαρακτήρα και τη χωροταξική, πολιτική πολιτισμική και κοινωνική διάστασή του, αποτελεί τον αγωγό για την πολυφωνική ανάδειξη των σύγχρονων αστικών προβλημάτων και το θεμέλιο για την ανοικοδόμηση βιώσιμων πόλεων.

Παραπομπές   [ + ]

1. Διαθέσιμο σε: https://unesdoc.unesco.org/images/0017/001780/178090e.pdf.
2. Uitermark/Nicholls/Loopmans, Cities and social movements: theorizing beyond the right to the city, Environment and Planning A 2012, σελ. 2550.
3. H. Lefebvre, Le Droit à la ville, Paris, éditions Anthropos, 1968, H. Lefebvre, The Worldwide and the Planetary, State, Space, World 2009 [1973], σελ. 196-209
4. Η. Marcuse, Rights in Cities and the Right to the City?, in: Sugranyes/Mathivet (Hrsg.), Cities for All. Proposals and Experiences towards the Right to the City, Santiago, 2010
5. Η. Lefebvre, The Worldwide and the Planetary, State, Space, World 2009 [1973], σελ. 96-209
6. Του ιδίου, The Urban Revolution, Minneapolis, Minnesota University Press, 2003; Writing on Cities, Oxford, Blackwell, 1996.
7. Ο Harvey επιβεβαιώνει τον εξωστρεφή χαρακτήρα του «δικαιώματος στην πόλη» υποστηρίζοντας πως στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο θα μπορούσε να πετύχει η επανάσταση της καθημερινής ζωής στην πόλη, μόνον εφόσον οι παγκόσμιες παραγωγικές σχέσεις όλων των πόλεων άλλαζαν, D. Harvey, Νεοφιλελευθερισμός, ιστορία και παρόν, Καστανιώτης, 2007, του ιδίου Rebellische Städte, 2014
8. D. Harvey, The right to the city, New Left Review 53 (2008), σελ. 23-40 (23), του ιδίου, Le capitalisme contre le droit à la ville. Néolibéralisme, urbanisation, résistances, traduit de l’anglais par Cyril Le Roy, Nicolas Vieillescazes, Clémence Garrot et Joséphine Gross, Paris, Éditions Amsterdam, 2011.
9. Gebhardt/Holm, Initiativen für ein Recht auf Stadt, in: Dies. (Hrsg.), Initiativen für ein Recht auf Stadt. Theorie und Praxis städtischer Aneignungen, Hamburg 2011, σελ. 7-23 (15 επ.).
10. Σύμφωνα και με άλλους θεωρητικούς, το «δικαίωμα στην πόλη» συνδέεται άρρηκτα με πρωτοβουλίες πολιτικού ακτιβισμού και πρακτικές πολιτικής αντίστασης ή διαμαρτυρίας,  Mitchell/Heynen, The Geography of Survival and the Right to the City: Speculations on Surveillance, Legal Innovation, and the Criminalization of Intervention, Urban Geography 30 (2009), σελ. 611-632.
11. D. Harvey, 2010
12. Η. Lefebvre, Le droit à la ville, Paris, Anthropos, 1968
13.  Hunt, Rights and Social Movements: Counter-Hegemonic Strategies, Journal of Law and Society 17 (1990), σελ. 309-328.
14. Estatuto da Cidade, Ομοσπονδιακός Νόμος 10/257/01, το οποίο υιοθετήθηκε ως νόμος το 2001 στη Βραζιλία. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με ορισμό που δόθηκε στο σχετικό νομοθέτημα «‘το δικαίωμα στην πόλη’ γίνεται αντιληπτό ως διορθωτική παρέμβαση των ποικίλων κοινωνικά προβληματικών αστικών περιοχών και ως ένα ανθρωπιστικό δικαίωμα για αστική στέγαση, υποδομές, μεταφορές, εργασία, δημόσιες υπηρεσίες», βλ. Mengay/Pricelius, Das umkämpfte Recht auf Stadt in Brasilien. Die institutionalisierte Form der «Stadt Statute» und die Praxis der urbanen Wohnungslosenbewegung des MTST, Initiativen für ein Recht auf Stadt. Theorie und Praxis städtischer Aneignungen 2011, σελ. 245-270. Ενδιαφέρον παρουσίασε η πρωτοβουλία της κυβέρνησης της χώρας να ανοικοδομήσει σε συνεργασία με ιδιωτικούς επενδυτές 1000 νέα καταλύματα για τη βελτίωση των συνθηκών στις φαβέλες υπό τον τίτλο «Minha Casa, Minha Vida-MCMV (Το σπίτι μου, η ζωή μου)».
15. Right to the City Alliance”, συμμαχία που συμπτύχθηκε μετά την συνάντηση του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ το 2007 στην Ατλάντα, βλ. Cities for All. Proposals and Experiences towards the Right to the City, sous la dir. d’Ana Sugranyes et Charlotte Mathivet, Santiago du Chili, Habitat International Coalition (HIC), 2010, une version française, και Villes pour toutes et tous. Pour le droit à la ville, propositions et expériences, 2011
16.  https://www.rechtaufstadt.net/brandshof-bleibt/ueber-die-bewegung-“RechtaufStadt”. Στην Ευρώπη διευρύνθηκαν τέτοιες κινήσεις στον απόηχο των βίαιων αποκρούσεων των διαδηλωτών κατά της παγκοσμιοποίησης στη Γένοβα το 2001.
17.  Διαθέσιμο σε:  https://www.rechtaufstadt.net/recht-auf-stadt/aufruf-und-sofortprogramm-des-netzwerks-recht-auf-stadt-never-mind-papers.
18. https://www.hic-gs.org
19. Κοινωνικό Φόρουμ της Αμερικανικής Ηπείρου, Κίτο, Ιούλιος 2004, και Παγκόσμιο Αστικό Φόρουμ, Βαρκελώνη, Σεπτέμβριος 2004. Ήδη το 2011 είχε εκπονηθεί έκθεση των ΗΕ για την κατοικία (UN-Habitat, 2011), στην οποία προβλεπόταν ο στόχος να μειωθεί ο αστικός θρυμματισμός και να αποκατασταθεί η σχέση μεταξύ υπαίθρου και πόλης.
20. Urban policies and the right to the city, Report, σελ. 91.